ΦΙΛ

ΦΙΛ

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Το ΄88 σε μια μονάδα των συνόρων...

Αρχές του ΄88 υπηρετούσα τη θητεία μου ως ΔΕΑ Υλικού Πολέμου σε ένα τάγμα υποστήριξης σε ακριτικό νησί. Το τάγμα αυτό στρατοπέδευε περίπου στα 1200 μ. υψόμετρο, χωρίς τρεχούμενο νερό, και τον καιρό εκείνο χρησίμευε ως τόπος μεταθέσεως αριστερών, κνιτών και ναρκομανών.

Όταν πήγα εκεί με μετάθεση αντικατέστησα τον δόκιμο που ήταν δεύτερος αξιωματικός στο πρώτο γραφείο. Συνέβη μάλιστα μετά από λίγους μήνες να αποχωρήσει και ο επικεφαλής του πρώτου γραφείου και να μείνει για αρκετούς μήνες χωρίς επικεφαλής αξιωματικό. Ο Διοικητής της μονάδας, ένας συνταγματάρχης του Τεχνικού με καλλιέργεια, μόρφωση και ευρύτατο πνεύμα, όσο καιρό χήρευε η θέση, και εφ΄ όσον οι εργασίες και οι εκκρεμότητες διεκπεραιώνονταν επαρκώς, άφησε εμένα επικεφαλής του πρώτου γραφείου ως ότου να έλθει με μετάθεση νέος μόνιμος αξιωματικός.

Πρέπει να ήταν άνοιξη του ΄88 λοιπόν όταν, τον καιρό που εκτελούσα χρέη αξιωματικού πρώτου γραφείου, ήλθε με φύλλο πορείας ένας μόνιμος υπαξιωματικός από τις Στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνα. Ήταν ένας άνθρωπος άριστα γυμνασμένος, όχι ιδιαίτερα ψηλός, αλλά αυτό που λέγαμε εκείνη την εποχή «τριγωνικό κορμί». Παρ΄ όλο το δέος που προκαλούσε όλος ο μύθος που ακολουθούσε «το μονιμά από τη ΣΦΑ», ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα ολιγομίλητος και απόμακρος, χωρίς ίχνος δε εριστικότητας και τάσης για αυτοπροβολή. Ο υπαξιωματικός δεν ήταν σε υπηρεσία εκεί από όπου ήρθε, ποινή εξέτιε. Τους λόγους για τους οποίους τού είχε επιβληθεί αυτή η ποινή δεν τους έμαθα ποτέ. Δεν είχαν καμιά σημασία εξάλλου. Αυτή που είχε σημασία ήταν η διαβαθμισμένη επιστολή η οποία συνόδευε τα ατομικά στοιχεία του. Μέσω αυτής της επιστολής λοιπόν η μονάδα μου καθίστατο ενήμερη ότι ο εν λόγω στρατιωτικός είχε βρεθεί θετικός φορέας του ιού HIV.

Ήταν μια δύσκολη εποχή. Ο ιός HIV και η νόσος του AIDS είχαν μόλις εμφανιστεί. Στις διπλανές μονάδες του νησιού οι πεζοναύτες πυροβολιόντουσαν στις σκοπιές ανά τακτά χρονικά διαστήματα. O Freddie Mercury, όχι απλά δεν είχε πεθάνει ακόμα, αλλά δε θυμάμαι αν είχε αποκαλυφθεί καν ότι νοσούσε από αυτήν την ασθένεια. Ο μοναδικός γνωστός νεκρός ήταν ο Rock Hudson. Η παραφιλολογία ήταν στα ύψη.

Ήταν κάτι σοβαρό που έπρεπε να το διαχειριστώ πρώτα εγώ. Και, καθισμένος στην καρέκλα του γραφείου, και κοιτάζοντας μια τον άνθρωπο απέναντί μου, ταπεινά  απαθή και ηρωικά ανέκφραστο, και μια το διαβιβαστικό στο χέρι, ήταν μια από τις στιγμές που προσθέτουν ένα τεκμήριο ωριμότητας, με τον ίδιο τρόπο που προστίθεται μεγαλώνοντας ένας ακόμα εγκάρσιος κύκλος στο κορμό ενός δένδρου.

Ο μοναδικός άνθρωπος ο οποίος έμαθε από μένα το περιεχόμενο της επιστολής ήταν ο διοικητής μου. Ο υπαξιωματικός έκατσε για λίγους μήνες στη μονάδα και μετά έφυγε για μετάθεση, δε θυμάμαι για πού. Αυτή η ολιγόμηνη παραμονή ήταν ιδιαίτερα ήσυχη και χωρίς κάτι ιδιαίτερο να θυμηθεί κανείς. Αρμοδιότητες δεν του δόθηκαν. Γύρναγε σα χαμένος στη μονάδα, χωρίς να του μιλάει κανείς, και χωρίς αυτός να μιλά σε κανέναν.

Τον θυμάμαι τα βράδια που είχα υπηρεσία στη μονάδα να κάθεται απόμακρος στο ΚΨΜ που έπαιζε ολονυχτία περιπέτειες και τσόντες, μη δείχνοντας κανένα ενδιαφέρον . Να πάει πουθενά εκτός μονάδας δεν υπήρχε. Στα 1200 μέτρα υψόμετρο το πιο κοντινό ήταν ένα χωριό γερόντων που το μοναδικό καφενείο έπαιζε παρομοίως συνέχεια τσόντες.

Έτσι κύλησαν αυτοί οι λίγοι μήνες του 1988, όταν γνώρισα τόσο νωρίς και από τόσο κοντά τον πρώτα φορέα του ιού HIV. Ήμουν πολύ λίγος; Μπορεί… Καθένας φέρνει τις ευθύνες του για όλη του τη ζωή.

Δεν έμαθα ποτέ τι του συνέβη. Ελπίζω όμως ότι ο «μονιμάς από τη ΣΦΑ» μπόρεσε να κουβαλήσει τις ευθύνες του για πολλά χρόνια ακόμα…  

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Πρόοδος ή/και η βία της μεθόδου. Για τον κίνδυνο του Ολοκληρωτισμού από την ανάποδη (με αφορμή τη μικρού μήκους - δημοφιλή ταινία: "Two & Two" (2+2=5) (Βρετανία, 2010) ). του Βαγγέλη Ιντζίδη

Πρόοδος ή/και η βία της μεθόδου.
Για τον κίνδυνο του Ολοκληρωτισμού από την ανάποδη (με αφορμή μια μικρού μήκους - δημοφιλή ταινία).
Βαγγέλης Ιντζίδης

1. Η ταινία

Υπάρχει μια ταινία μικρού μήκους του Ιρανού σκηνοθέτη, Μπαμπά Ανβάρι που προτάθηκε μάλιστα και για τα βραβεία Bafta 2010 καλύτερης ταινίας μικρού μήκους. Λέγεται 2+2 (=5 στην ταινία) [Two & Two] και η θεματική της αφορά τη χειραγώγηση και τον φασισμό. Διεξάγεται (όπως θα δείτε) μέσα σε μια σχολική τάξη ιρανικού σχολείου και αποσκοπεί με έναν άλλον τρόπο να δημιουργήσει ένα οργουελικό περιβάλλον. Ο δάσκαλος μαζί με τον διευθυντή του σχολείου ανακοινώνουν αλλαγές (το μεγάφωνο για τη φωνή του διευθυντή βρίσκεται μέσα στις τάξεις - η φωνή του Κυρίου που είναι παντού. Τον ακούμε και το κυριότερο μας ακούει).

Ο δάσκαλος επιβάλλει το περιεχόμενο της νέας αλλαγής που διακηρύσσει από μεγαφώνου ο διευθυντής: "από σήμερα 2+2 θα κάνει πέντε". Στην αντίδραση των μαθητών ο δάσκαλος επιμένει. Στην αντίδραση του Ενός μαθητή φέρνει τους επίλεκτους μαθητές - από μεγαλύτερη τάξη - οι οποίοι και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν στο όριο του εικονικού - πραγματικού (εξαιρετικό εύρημα του σκηνοθέτη) τον μαθητή που αντιστέκεται και στον πίνακα απαντά/γράφει επιμένοντας πως 2+2 κάνει 4. Μια πράξη αντίστασης το δίχως άλλο, ιδιαίτερα όταν την ώρα που ο δάσκαλος πηγαίνει να φέρει την "ομάδα της συμμόρφωσης από μεγαλύτερων τάξεων μαθητές" ένας συμμαθητής λέει στον αντιστεκόμενο μαθητή: " τι έπαθες. θα βρούμε όλοι τον μπελά μας". Υπακοή ταυτόσημη με την υποταγή στον εκφοβισμό.

Σε αυτή την εφιαλτική κλειστοφοβική όπως και ο φασισμός μικρού μήκους ταινία υπάρχει κάτι που δεν λέγεται κατά τη γνώμη μου. Και αυτό, νομίζω, είναι που μας καθιστά συνυπεύθυνους στο σχεδιασμό και την υλοποίηση κάθε ολοκληρωτισμού.

2. Η αντιστροφή του σεναρίου

Ας φαντασθούμε λοιπόν πως γυρίζουμε μια ταινία όπου ο δάσκαλος ισχυρίζεται (όπως και ο αντιστεκόμενος μαθητής στην ταινία) πως 2 +2 είναι προφανές πως μας κάνει 4.

Αυτή τη φορά - και σε αυτό το ανάστροφο σενάριο - είναι ένας μαθητής που ισχυρίζεται πως 2 +2 μας κάνει δύο. Και το εξηγεί: "Μα κύριε μία σταγόνα νερού και άλλη μία σταγόνα δημιουργούν μια ακόμη μεγαλύτερη σταγόνα. Επομένως ένα και ένα κάνουν ένα μεγαλύτερο Ένα. Άρα σε κάθε δύο υπάρχει ένα μεγαλύτερο ένα. Κι αν υπολογίσουμε πως σε αυτό το μεγάλο ένα, ενυπάρχουν ο πατέρας μας και η μητέρα μας (όπως και οι προηγούμενοι από αυτούς, έτσι το μάθαμε στη βιολογία) ε τότε έχουμε δύο, δηλαδή, ένα μεγαλύτερο Ένα και δύο, δηλαδή ένα ακόμη μεγαλύτερο Ένα, μας κάνουν ή δύο (δηλαδή τη διασταύρωση ανάμεσα σε δύο μεγάλα Ένα ή ακόμη μπορεί να μας κάνουν και ένα ακόμη - ακόμη πιο μεγάλο Ένα". Τα παιδιά γελούν και ο μαθητής επίσης. Ο δάσκαλος γίνεται έξαλλος.

Τιμωρεί τον μαθητή με κατεύθυνση προς τον διευθυντή του σχολείου, ο οποίος δεν έχει μεγάφωνα και ηχεία στις τάξεις. "Μου διαταράσσει το κλίμα στην τάξη", λέγει θυμωμένος στον διευθυντή και φεύγει αφήνοντας τον μαθητή με τον διευθυντή. Ο διευθυντής αποφασίζει να δράσει διερευνητικά. Γνωρίζει (;) πως πρέπει αφενός να εξεταστεί ο μαθητής για σύνδρομο - ενδεχομένως - Ελλειμματικής Προσοχής (ΔΕΠΠΥ) ή άλλη ενδεχόμενη μαθησιακή δυσκολία - δεν κατανοεί για ποιο λόγο ο μαθητής κάνει τέτοιους ευφάνταστους συνδυασμούς και τον ρωτά διάφορα πράγματα για την οικογενειακή του ζωή. ΄Ισως κάποιο διαζύγιο - ή κάτι άλλο, ένα μπούλινγκ - έχει διαταράξει τον μαθητή (πράγμα που πάντα είναι ένα συμβάν πένθους για τα παιδιά και ένα ενδεχόμενο έτσι κι αλλιώς).

Αυτή η βίαιη εισβολή της προ-ερμηνείας, η βίαιη μονομερής εκδοχή της αλήθειας, η μονοδρομική, η μονότροπη ρητορική, η ιατρικοποίηση κάθε συμπεριφοράς, η ένταξη των πάντων σε κατηγοριοποιήσεις είναι το διττό: από τη μια η μέθοδος της επιστήμης και από την άλλη η βία της προόδου και της μεθόδου της (όπως την ονόμασε ο Χούσερλ, στα 1939, μια περίοδο που τον έδιωχναν από την πανεπιστημιακή του έδρα στο Μάρμπουργκ λόγω εβραϊκής καταγωγής και τη θέση του αναλάμβανε ο σημαντικός φιλόσοφος Χάιντεγκερ ή αλλιώς ο ελάχιστος των ανθρώπων Μάρτιν (Χάιντεγκερ)).

Από τη μια η επιστήμη που μας βοηθά και από την άλλη η επιστήμη που λειτουργεί ακριβώς ως νομιμοποιητικό άλλοθι του αποκλεισμού και της δαιμονοποίησης κάθε εξαίρεσης και κάθε τι εξαιρετικού. Η ίδια η επιστήμη έχει λειτουργήσει έτσι και για επιστήμονες που οδηγήθηκαν σε τέτοιον αποκλεισμό που έμοιαζε κολαστήριο η ζωή τους. Ενδεικτικά αναφέρω το πώς αντιμετώπισε μια θεσμοποιημένη κοινωνία τον Γαλιλαίο αλλά και πολύ αργότερα εκείνον τον Ούγγρο γιατρό που έμοιαζε γραφικός όταν σύστηνε μετά μανίας στους συναδέλφους του να πλένουν πάρα πολύ καλά τα χέρια τους πριν ξεγεννήσουν μια γυναίκα (παρατηρώντας τη συχνότητα των θανάτων από μόλυνση κατά τη γέννα). Τον θεωρούσαν παρανοϊκό επειδή μιλούσε για κάτι που έμοιαζε ως ένας αδιανόητος μικρόκοσμος στους συναδέλφους του.

Πίσω στο δικό μας σενάριο - αναστροφής. Σύμφωνα, λοιπόν, με την μέθοδο διερεύνησης, που σκέφτεται να σχεδιάσει ο διευθυντής, για να εξηγήσει αυτή τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή μαθητή μας, οι σχέσεις στο σπίτι, οι τρόποι που μαθαίνει κανείς να ελέγχει και να προσαρμόζεται στο περιβάλλον, η κοινωνική (συν)ύπαρξη με τους άλλους αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα με σκοπό κάπου μέσα σε αυτά να βρεθεί το προβληματικό και να προταθεί η μεθοδολογία επίλυσής του. Δηλαδή ποια θα μπορούσε να ήταν η λύση; Ο μαθητής να μην ξανακάνει τι ακριβώς;

Το σχολείο αδυνατεί - σύμφωνα με το σενάριό μας, και όχι επειδή συμβαίνει στην πραγματικότητα (!) - να δεχτεί το ντοστογιεφσικό, ότι, δηλαδή, "το ενα και ένα κάνουν δύο είναι μια υπέροχη αλήθεια αλλά και το ότι το ένα και ένα κάνει πέντε, είναι και αυτό ένα υπέροχο πραγματάκι". Το σχολείο αδυνατεί στο όνομα του προοδευτισμού, αυτή τη φορά, πως έχει θέση σε αυτό η φαντασία, η "παράπλευρη" ερμηνεία, η αποκλίνουσα σκέψη, η υβριδιακότητα.

Το σχολείο αδυνατεί να αποδεχτεί πως η γνώση σχετίζεται με πλαίσια εντός των οποίων λέγεται ή γίνεται κάτι. Και γιατί; Μα γιατί το σχολείο - ακόμη και στον εικοστό πρώτο αιώνα των δυτικών κοινωνιών, έτσι δηλαδή όπως εμείς εδώ μιλάμε και μετράμε την εξέλιξη και την σπουδή, την πρόδο και τη βία της μεθόδου - αδυνατεί να κατανοήσει πως μία διάγνωση ή ερμηνεία, προερχόμενη είτε από τον εκπαιδευτικό είτε από το παιδί είτε από την κοινωνία είναι αυτή και όχι μια άλλη επειδή έχει από πριν ο σχολικός θεσμός προκρίνει εκείνα και όχι τα άλλα περιεχόμενα, εκείνες και όχι άλλες δεξιότητες επί τη βάσει των οποίων όλοι πρέπει να προσαρμοστούμε. Αλλά κάτι τέτοιο είναι εκπαίδευση; Και είναι και δημοκρατική εκπαίδευση; Μήπως είναι ο σημαντικός πυρήνας εκείνου που αστόχαστα λέμε "παπαγαλία" ή καλύτερα αναυθεντικότητα;

Μπορεί το σχολείο να δει στην άλλη άποψη ( λ.χ. σύμφωνα με το σενάριό μας πως "το δύο και δύο μας κάνουν και ένα ακόμη πιο μεγαλο Ενα") ή στην άλλη δεξιότητα μια ευκαιρία μάθησης, ένα ταλέντο, μια ευκαιρία για προβληματισμό με όλη την τάξη, όπως η συγκεκριμένη συλλογιστική του μαθητή (στο δικό μας ανάστροφο σενάριο) φέρνει μια σκέψη δική του στην ομάδα; Αντέχει ο δάσκαλος να τροποποιήσει in vivo την γραφειοκρατική οργάνωση της διδασκαλίας του εκείνη την ώρα και να εντάξει άμεσα το προβληματισμό του μαθητή εντός της διερεύνησης στην εκπαιδευτική διαδικασία; Γνωρίζει τη φιλοσοφία των μαθηματικών και την εξελικτική ψυχολογία (που πολλές φορές την αξιοποιεί ως μη εξελίξιμη ταμπελοποίηση και διάγνωση) ώστα από τα χίλια που περνούν εκείνη την ώρα στο νου του να κάνει τη σωστή επιλογή και να αξιοποιήσει τη δολιχοδρομική σκέψη του μαθητή του εντός και προς όφελος του μαθήματος; Το σχολείο κάθε εποχής ορίζει τι θα βλέπει. Και ο,τιδήποτε δεν έχει ορισθεί, από το πρόγραμμα σπουδών ότι θα είναι ορατό, άμα τη εμφανίσει του, το ιατρικοποιεί, το καθιστά προβληματικό και αναζητά τη διάγνωση- στοχοποίηση που φαντάζει και ως προσχηματική λύση ενώ δεν είναι επουδενί.

΄Οπως και η τύχη του Ούγγρου γιατρού, ο οποίος φαντάσθηκε κάτι που η επιστήμη - της εποχής του - δεν ήθελε ακόμη να πιστοποιήσει και οι συνάδελφοί του τον αποκάλεσαν προβληματικό επειδή δεν είχαν εκπαιδευτεί ώστε να φανταστούν, να ΔΟΥΝ εκείνο που αργότερα αποτέλεσε ταν μικρόκοσμο της αντισηψίας.

Λοιπόν ποιος είναι ο ολοκληρωτικός; Αν όχι ο "τυφλός" που εκτελεί τις οδηγίες δίχως να αφήσει τη φαντασία του μέσα από το αέναο δρομολόγιο δοκιμής και πλάνης και τη διαρκή πλαισίωση όλων των όψεων και απόψεων της ζωής; Ποιος έχει έτσι εκπαιδευθεί ώστε να αντιλαμβάνεται την αλήθεια ως αγώνα (και με τη λογική της ΄Αρεντ όταν αναφερόταν στον αγώνα της αρχαιοελληνικής δημοκρατικής πόλης) ή/και ως η παράλληλη συνύπαρξη χιλιάδων εκδοχών της;

Αυτή η μονότροπη τυφλότητα κατασκευάζει το αόρατο που επειδή ασφυκτιά ίσως και να εμφανίζεται και ως τερατώδες και εκρηκτικό ή απλώς προβληματικό. Ο φασισμός δεν είναι εξωγήινο- εξω - πολιτειακό- εξω-κοινωνικό φαινόμενο. ΄Ισως στην ανάστροφη εκδοχή - σενάριο αυτής της ταινίας να διαβάσουμε καλύτερα τον κόσμο (της ταινίας) ανακαλύπτοντας ένα άλλο όριο για αυτόν καθώς τον αναποδογυρίζουμε.

Στο ερώτημα αν θα την έδειχνε κανείς σε ένα σχολείο στο πλαίσιο της κινηματογραφικής εκπαίδευσης στη δευτεροβάθμια - Λυκειακή εκπαίδευση, η απάντησή μου είναι καταφατική. Ναι αρκεί να την συζητούσε αναποδογυρίζοντάς την. Γιατί η ρητορική με το πρόσχημα της επιστημονικής προοδευτικότητας δεν είναι και ικανή και αναγκαία συνθήκη για την εκπαίδευση στη δημοκρατική πολιτεία. Είναι άραγε τυχαίο που κάθε ολοκληρωτικό φαινόμενο ευαγγελίζεται τη νέα επιστήμη Του και τον νέο τύπο ανθρώπου Του;

Βαγγέλης Ιντζίδης
https://www.facebook.com/groups/113611902102106/permalink/385156931614267/ 

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

Χωρίς αποκλεισμούς



Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους:

Μπορεί στην ιστορική του διαδρομή να βρει κανείς πολλά αρνητικά να του προσάψει. Μπορεί επίσης να του βρει και θετικά. Αλλά δεν είναι εκεί το πρόβλημα. 

Αφ΄ ενός, θετικά και αρνητικά μπορεί κανείς να βρει  στις ιστορικές διαδρομές και των υπολοίπων κομμάτων τα οποία κυριάρχησαν στην πολιτική σκηνή της μεταπολίτευσης.

Αφ΄ετέρου, εάν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές, οφείλουμε να εξετάζουμε τι εκφράζει σήμερα ο κάθε πολιτικός οργανισμός και σύμφωνα με τις παρούσες διαμορφωμένες πολιτικές συνθήκες.

Το ότι το ΠαΣοΚ συνέχισε να στηρίζει την κυβέρνηση είναι περισσότερο προς τιμήν του παρά αφορμή να το εγκαλεί κανείς ότι μετατράπηκε σε κεντροδεξιό κόμμα, όπως περίπου πράττει η ΔημΑρ.

Δεν είναι ποιοτικό θέμα είναι ποσοτικό. Το ΠαΣοΚ απλά θεώρησε ότι μπορεί και πρέπει να συνεχίσει ακόμα την ίδια προσπάθεια που ξεκίνησαν με τη ΔημΑρ αλλά αυτή στο δρόμο εγκατέλειψε, θεωρώντας ότι δεν την παίρνει άλλο.

Δε θέλω να δώσω κανένα συγχωροχάρτι στο ΠαΣοΚ. Δε με ενδιαφέρει και δεν είναι καν δουλειά δικιά μου. Πιστεύω ότι η ιστορία έχει κρίνει πλέον πρόσωπα και καταστάσεις και όποιος δεν το βλέπει είναι ο ίδιος γραφικός και εκτός τόπου και χρόνου. Όποιος ξαναγυρνά είκοσι και τριάντα χρόνια πίσω για να αντλήσει επιχειρήματα για το σήμερα πρακτέο, μάλλον δε μπορεί να αντιληφθεί τη σημερινή πραγματικότητα και να πάρει αποφάσεις με προοπτική.

Εν πάσει περιπτώσει, δεν κρίνουμε εν τέλει συμπαγή κόμματα αλλά πολιτικές προσωπικότητες. Δυστυχώς ή ευτυχώς το ΠαΣοΚ, όπως και τα άλλα κόμματα, έχει ακόμα εντός του πολλές από αυτές, ή που έχουν προέλθει από αυτό. Κυρίως όμως αποδεικνύεται ότι έχει νέο ελπιδοφόρο κόσμο, άρθρα τους διαβάζουμε καθημερινά στους σχετικούς ιστοτόπους. Είναι λάθος να τους απορρίψουμε εξαιτίας της εικόνας που έχουμε για το παρελθόν του, σωστής ή λανθασμένης.

Μέσα από αυτό το πρίσμα η κίνηση των 58 μπορεί να απελευθερώσει πρωτοβουλίες από δυνάμεις εντός των ίδιων των κομμάτων στα οποία απευθύνεται, και εν τέλει τα ίδια τα κόμματα αυτά, ώστε να λειτουργήσει ευνοϊκά για να συντελεστούν οι απαραίτητες διεργασίες για τη δημιουργία δημοκρατική – προοδευτικής παράταξης για την ανασυγκρότηση της χώρας.

Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου ανάγνωση στο «χωρίς αποκλεισμούς».




Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Supernatural

Ελληνικό πρόγραμμα στην τηλεόραση δεν πολυβλέπω. Προτιμώ, όταν κάθομαι να ξεκουραστώ στο τέλος της ημέρας, να παρακολουθώ μέσω web διάφορες αμερικάνικες σειρές που μου αρέσουν πολύ.

Σε μια από αυτές, η οποία θεωρείται μάλλον επιτυχημένη, καθ’ όσον διανύει ήδη την ένατή της σαιζόν, συμβαίνουν τα εξής υπερφυσικά παράδοξα: Οι άγγελοι έχουν χωριστεί σε φράξιες, κάποιες εκ των οποίων έχουν επαναστατήσει και έχουν πάρει την εξουσία από έναν άβουλο και μάλλον αδιάφορο θεό. Ενάντια στην αντίσταση των λίγων πλέον πιστών και καλών αγγέλων προσπαθούν, συμμαχώντας με διαβόλους και λοιπές καταχθόνιες δυνάμεις, να ανοίξουν τις πύλες της κολάσεως και να κυριεύσουν τη γη.

Αυτή η σειρά μού ήλθε χθες το βράδυ στο μυαλό όταν, κάνοντας μια εξαίρεση από τις συνήθειές μου, και λόγω των γεγονότων της Παρασκευής, προτίμησα, χρησιμοποιώντας την προσφιλή μέθοδο του zapping,  να ενημερωθώ ταυτόχρονα από τα κεντρικά δελτία του MEGA και του ANT1 για τα τελευταία νέα σχετικά με τη δολοφονία των μελών της Χρυσής Αυγής.

Είναι ένα σοβαρό ερώτημα λοιπόν, με ποιόν τρόπο γίνονται επικοινωνιακά διαχειρίσιμες αυτές οι δολοφονίες από τους επαγγελματίες του είδους. Διότι, αν και η προαναφερόμενη σειρά σου κλείνει το μάτι ότι, κοίτα να δεις, όλα όσα βλέπεις είναι φαντασία, μην πιστεύεις τίποτα και απλά πέρνα τρία ευχάριστα τέταρτα της ώρας με το χαβαλέ που έχουμε σκηνοθετήσει για σένα, αντίθετα  μια από τις κύριες εντυπώσεις που αποκόμισα είναι ότι, ότι οι νεκροί ήταν κάτι σαν άγγελοι επί της γης, και το να πηγαίνεις στη Χρυσή Αυγή τρία απογεύματα τη βδομάδα είναι περίπου σα να πηγαίνεις στο κατηχητικό κάθε Κυριακή πρωί.

Ναι μεν ο νεκρός δεδικαίωται, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έναν περίπου καθαγιασμό των φασιστικών προτιμήσεων των δυο μαφιόζικα δολοφονημένων μελών του ελληνικού νεοναζιστικού κόμματος. Ιδιαίτερα εκείνη η φωτογραφία στην οποία εμφανίζονται και οι δυο τους βλοσυρά στρατιωτικοποιημένοι στοίχειωνε την οθόνη μου όση ώρα έβλεπα τις ειδήσεις.

Η συγκεκριμένη παρουσίαση του ποιόντος των δυο δολοφονημένων νέων, εκτός των άλλων, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις προσπάθειες της συντεταγμένης ελληνικής πολιτείας να καταπολεμήσει το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, αποδομώντας το ως μια εγκληματική οργάνωση. Από αυτή και μόνο την άποψη γίνεται ξεκάθαρο πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η τακτική από μέρους των υπευθύνων των δελτίων ειδήσεων. Δυστυχώς, οι ίδιοι άνθρωποι που έβαλαν τους φασίστες αρχικά στις οθόνες μας, ικανοποιώντας τα πιο ευτελή κριτήριά μας, με σκοπό να πουλήσουν τηλεοπτικό χρόνο, τώρα εκτελούν, εκούσια ή ακούσια, ένα μακάβρια κωμικοτραγικό τρισάγιο στον οργανωμένα φασιστικό τρόπο ζωής.

Ναι μεν, όπως θεωρώ ότι αποδεχόμαστε εμείς στην αριστερά που έχω στο μυαλό μου, η ανθρώπινη ζωή αποτελεί την ανθρώπινη υπέρτατη αξία. Ναι μεν κανένας άνθρωπος, όποιος και να είναι, και ότι και να έχει κάνει, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να κακοποιείται, πολλώ δε μάλλον να χάνει τη ζωή του. Νομίζω όμως ότι επιβάλλεται μια συγκράτηση της αβάσταχτα συναισθηματικής δημοσιογραφικής αμετροέπειας, η οποία λειτουργεί εν τέλει με πολλαπλασιαστικό τρόπο ευνοϊκά προς το φασιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής.

Προχωρώντας παρακάτω τώρα, μια δεύτερη παρατήρηση που έκανα παρακολουθώντας τα νέα των οκτώ, είναι η αγχωμένη τους προσπάθεια να παρουσιάσουν τους δολοφόνους εκτελεστές ως τρομοκράτες. Εδώ που λέμε, δυο είναι οι πιθανότητες. Ή πρόκειται περί οργανωμένης σπείρας τρομοκρατών, ή πρόκειται για μαφιόζικο κτύπημα εκτός ιδεολογικοπολιτικών ορίων.

Σε κάθε περίπτωση όμως, νομίζω ότι θα έπρεπε να περιμένουμε τις πρώτες επίσημες ενημερώσεις από τα αρμόδιες υπηρεσίες της ασφάλειας πριν προχωρήσουμε στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Κι αυτό γιατί τα πρώιμα συμπεράσματα διαμορφώνουν πολιτικές απόψεις, και μπορούν να αποτελέσουν μέσο χειραγώγησης της κοινής γνώμης προς συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις. Όταν όμως θα έχει ίσως αποδειχθεί ότι όλα αυτά τα συμπεράσματα ήταν αστήρικτα και λανθασμένα, αυτό δε θα έχει πια καμιά σημασία, και θα μπορούμε να κάνουμε λίγα πράγματα ώστε να αντιστρέψουμε την κατάσταση προς την πραγματικότητα.

Όπως και να έχει εν τέλει, τρομοκράτες ή μαφιόζοι, εντύπωση προκαλεί η τεχνική δεινότητα των εκτελεστών δολοφόνων. Πρόκειται αναμφίβολα για ποιότητα επαγγελματικού επιπέδου, και αυτό δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Ζούμε σε μια νέα εποχή όπου, όπως αποδεικνύεται, το συμμοριτικό έγκλημα έχει ανεβάσει τα standards του. Αυτό απαιτεί από την αστυνομία μας να δείξει ένα αντίστοιχο, ίσως και ανώτερο, επαγγελματικό επίπεδο για την αντιμετώπισή του.

Ας ελπίσουμε ότι, σε πείσμα των τελευταίων γεγονότων, η εξάρθρωση της εγκληματικής φασιστικής οργάνωσης με τον τίτλο Χρυσή Αυγή θα προχωρήσει απρόσκοπτα, και ότι η αστυνομία μας θα παραμείνει σταθερά στο ύψος των περιστάσεων, καταστέλλοντας με δημοκρατικό τρόπο κάθε υποτιθέμενη εστία διαφθοράς εντός της, και πιθανής παράπλευρης διασύνδεσής της με το κόμμα των νεοναζιστών.

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Μίνι και μνήμη (Ηλίας Κανέλλης, Τα Νέα, 30/10/2013)

Αν έβλεπε κανείς τι γράφτηκε χθες και προχθές στο Διαδίκτυο για τη σημειολογία των παρελάσεων και ιδιαίτερα των μαθητικών, θα πίστευε ότι η χώρα κατοικείται από χιλιάδες μικρούς Ρολάν Μπαρτ, έτοιμους να αναλύσουν τα σημαινόμενα, τις συνδηλώσεις και τις προσλαμβάνουσες. Δυστυχώς όμως, ακόμα κι αν πήγαιναν για Ρολάν Μπαρτ, μας βγήκαν τρόφιμοι μιας συνεχούς Βουλής των Εφήβων.

Κύριος στόχος αυτής της στερεότυπης και συντηρητικής, κοντόθωρης Βουλής ήταν οι φούστες και τα πουκάμισα των μαθητριών. Οι περισσότεροι τα βρήκαν τολμηρά. Πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο κοντές οι φούστες, πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο στενά τα πουκάμισα, πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο ψηλά τα τακούνια; Με τέτοια αμφίεση, τα κορίτσια αυτά, είπαν οι επικριτές τους, δεν μπορούν να παραπέμψουν στον σκοπό της παρέλασης, στην ανάμνηση δηλαδή του πολέμου και της ανάγκης της πολεμικής θυσίας, αλλά αντίθετα παραπέμπουν σε μια ηδονοθηρία που, ενισχυμένη από την ηλικία, αποβαίνει σκάνδαλο.

Φυσικά, στο Διαδίκτυο δεν μιλάνε έτσι - εκτός από ευάριθμες εξαιρέσεις. Απλώς βρίζουν, φωνάζουν, χυδαιολογούν - αλλά στην πραγματικότητα όλες αυτές οι κραυγές έναν σκοπό έχουν: να επιτιμήσουν ηθικολογικά τις μαθήτριες και τους δασκάλους τους. Εντοπίστηκε, μάλιστα, και μια δασκάλα σε μια φωτογραφία που δεν ήταν ντυμένη σαν τη Βέμπο και οι φύλακες στο βεστιάριο με τα κουρέλια της εθνικοφροσύνης έπεσαν να τη φάνε. Και τι δεν της απέδωσαν, με τεκμήριο μόνο μια φωτογραφία - χωρίς να ξέρουν ποια είναι, τι διδάσκει, αν είναι καλή στη δουλειά της, την έβγαλαν τρόφιμο σκυλάδικου και ποιος ξέρει τι άλλο άνθρωποι που θα έλεγες ότι έχουν μεγαλώσει τουλάχιστον στο Μπαϊρόιτ.

Ολη αυτή η ηθικολογική επίθεση, προφανώς, μια μοναδική απάντηση χρειάζεται: ότι την ευγνωμοσύνη τους για όσους πολέμησαν ώστε να επικρατήσουν η ειρήνη και η δημοκρατία και οι ελευθερίες και γενικώς ό,τι κερδίσαμε, καταφέρνοντας να μείνει η χώρα στη σφαίρα επιρροής του δυτικού κόσμου, οι νέοι οφείλουν να τη διατρανώνουν όχι με στρατιωτικό βήμα, με φτηνούς δεκάρικους ή με τα τραγούδια της Βέμπο, αλλά ακριβώς με τη ζωηράδα τους, την κομψότητα και την κοκεταρία τους, την ανεμελιά τους, την τόλμη τους και τον ερωτισμό τους. Με την ατιθάσευτη νεανικότητά τους.

Γιʼ αυτό πολέμησαν οι πρόγονοί μας. Για να μη ζούμε σήμερα σε στρατόπεδο. Για να είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε πώς θα απολαμβάνουμε τη ζωή μας. Η μετεξέλιξη της παρέλασης σε μια γιορτή της χαράς είναι η μόνη αισιόδοξη εξέλιξη στο πεδίο των εθνικών συμβολισμών. Επιτέλους.
O Ηλίας Κανέλλης είναι δημοσιογράφος

via: metarithmisi.gr

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

58 & Politics


Ξέρω ότι θα τα ακούσω από τους νέους «συντρόφους» μου της πρωτοβουλίας των 58 για αυτή μου την απορία αλλά δεν αντέχω άλλο να την κρατάω μέσα μου.

Θεωρώ δεδομένο πως κάποιοι θα πουν ότι τέτοια ερωτήματα υποσκάπτουν την πρωτοβουλία εν τη γενέσει της, με ένα ύποπτο, διασπαστικό και προβοκατόρικο τρόπο. Η πρόθεσή μου όμως κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Εντελώς αθώα, και απαλλαγμένη πάσης φύσεως υστεροβουλίας, ως μια Blanche Epiphany των προθέσεων, επιθυμεί να αντιπαρατεθεί μια και καλή με τους διαφόρους πειρασμούς οι οποίοι καραδοκούν, ξεκαθαρίζοντας μια και καλή τα πράγματα.

Δυο φορές μέσα στο κείμενο των 58 γίνεται ονομαστική αναφορά στο ΠΑΣΟΚ και στη ΔΗΜΑΡ.

Στην πρώτη αναφορά τα δυο κόμματα καλούνται ονομαστικά, μαζί με άλλες μη κατονομαζόμενες δυνάμεις, ως υποσύνολα "της ευρύτερης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης", "να συνεργαστούν για την ανασυγκρότηση του χώρου."

Αμέσως πιο κάτω επεξηγείται πως "η ανασυγκρότηση δε θα είναι μόνο οργανωτική", όπερ και οργανωτική βεβαίως βεβαίως, αλλά "βαθιά πολιτική".

Αναμφίβολα, πρόκειται περί μιας σημαντικής διακήρυξης, η οποία αναμενόταν πολύ καιρό από πολύ κόσμο ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως κεντροαριστερός, σοσιαλδημοκράτης, αριστερός φιλελεύθερος, και πάει λέγοντας...

Εύλογα λοιπόν θεωρεί κάποιος ότι της δημοσίευσης μια τέτοιου βεληνεκούς διακήρυξης θα προηγούνταν διπλωματικές προσπάθειες ανίχνευσης μελλοντικών αντιδράσεων τουλάχιστον όσον αφορά στα δυο πολιτικά κόμματα, τα οποία κατονομάζονται ονομαστικά. Διότι θα ήταν φυσικό να αναρωτηθούν οι πρωτεργάτες αυτής της πρωτοβουλίας εάν αυτά τα δυο κόμματα τίθενται θετικά ή αρνητικά απέναντι στο νέο εγχείρημα, ώστε να μπορέσουν να προβλέψουν σε ένα βαθμό το μέγεθος της επιτυχίας του, και άρα να επιβεβαιώσουν το ευνοϊκό της συγκυρίας, το σωστό timing δηλαδή.

Σε αυτό το σημείο αξίζει σημειώσουμε ότι όσον αφορά στο ΠΑΣΟΚ, μια τέτοια προκαταρκτική κίνηση από μέρους της πρωτοβουλίας θα παρέλκυε. Το ΠΑΣΟΚ έχει ως διακηρυγμένο στόχο μια τέτοιου είδους σύγκλιση, και, ως εκ τούτου, μια τέτοια ανίχνευση θα αποτελούσε πλεονασμό.

Όλο το διακύβευμα λοιπόν αφορά στη ΔημΑρ. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον λοιπόν να μάθουμε αν προηγήθηκε κάτι ανάλογο, και εν τέλει ποιά ήταν τα σημάδια και πως ερμηνεύθηκαν.

Εάν υποθέσουμε ότι όντως προηγήθηκαν επαφές με την ηγεσία της ΔημΑρ, τότε θεωρητικά υπήρχαν δυο περιπτώσεις. Μια του "ναι, πάμε μαζί", και μια του "όχι ευχαριστούμε, δε θα πάρουμε". Χωρίς δεύτερη κουβέντα, και για την οικονομία της συζήτησης, μπορούμε εκ του ασφαλούς να απορρίψουμε την πρώτη πιθανότητα, καθόσον, εάν αυτή ίσχυε, το μέγεθος της ανακολουθίας θα ήταν τόσο, που σίγουρα θα προκαλούσε ιδιαίτερα αντιληπτές ισχυρές μετασεισμικές δονήσεις εντός του ευρύτερου "κεντροαριστερού χώρου".

Εάν πάλι υποθέσουμε ότι δεν προηγήθηκε καμιά επαφή με την ηγεσία της ΔημΑρ, τότε στην ουσία αποδεχόμαστε ότι η αρνητική στάση της ηγεσίας της ήταν πρόδηλη. Εάν δεν ήταν έτσι, γιατί να μην επιχειρηθεί επαφή εξ άλλου;

Σε κάθε περίπτωση το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η κίνηση των πενήντα οκτώ έγινε με δεδηλωμένη τη θετική στάση από μέρους του ΠΑΣΟΚ, αλλά με εικαζόμενη και πιο πιθανή από μέρους της πρωτοβουλίας της αρνητική της ΔημΑρ.

Προσωπικά, για τη ΔημΑρ ποσώς με ενδιαφέρει. Στην εποχή της ηλεκτρονικής προσομοίωσης του Big Bang, προσπαθεί με σιδερένια πανοπλία και σπαθί να υπερασπίσει τη χαμένη τιμή της Αριστεράς. Με ενδιαφέρει όμως η τύχη της πρωτοβουλίας. Θα είναι πολύ μεγάλο πισωγύρισμα αν καεί εν τη γενέσει της λόγω ανωριμότητας.

Εκτός από την ατέλειωτη αρθρογραφία που έχει προκαλέσει ως θέμα, η μόνη ουσιαστική πολιτική χρησιμότητα που έχει ως τώρα είναι να λειτουργεί ως επικοινωνιακό εργαλείο του ΠΑΣΟΚ έναντι της ΔημΑρ.

Και πολύ φοβάμαι ότι, αν δεν εκφραστούν σύντομα πολιτικές θέσεις κοινής αποδοχής από μέρους της πρωτοβουλίας, εκεί θα παραμείνει.

Πρέπει λοιπόν όσο το δυνατό πιο σύντομα να υπάρξουν οργανωτική συγκρότηση, και κανάλια οργανωμένης έκφρασης εντός του σχήματος. Αυτό το τελευταίο μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ακόμα πρόβλημα. Αυτό της οργανωμένης παρέμβασης των ανένταχτων εντός της πρωτοβουλίας. Ήδη σήμερα διαβάζουμε μια σχετική άποψη σε άρθρο του κ.Παύλου Αθανασόπουλου στη Μεταρρύθμιση, πως:

 "Η χώρα δεν έχει ανάγκη από ένα ακόμη κόμμα ή κίνηση της Κεντροαριστεράς.

Δόξα τω Θεώ έχουμε γεμίσει με τέτοια. Καθένας που θεωρεί τον εαυτό του σημαντικό φτιάχνει κι από ένα. Εκείνο που χρειάζεται είναι η συσπείρωση όλων των υπαρχόντων. Κόμματα, κινήσεις και πρόσωπα που θα αποδεχθούν το κάλεσμα πρέπει από κοινού, στην βάση της ισοτιμίας, να συντονιστούν και να απευθυνθούν μαζί στον κόσμο που αναζητεί το καινούριο, να συζητήσουν μαζί του και μέσα από το διάλογο να προκύψει ένα νέο ξεκίνημα ενός πλουραλιστικού ενδιάμεσου πόλου."

Την παραπάνω άποψη κατ΄αρχήν δεν την κρίνω αρνητικά. Ξεκινώντας από τον εαυτό μου όμως αναρωτιέμαι, δεδομένης της ασημαντότητάς μου ως δημόσιο πρόσωπο, πως θα μπορέσω να συμβάλω με ένα δημοκρατικό τρόπο στη διαμόρφωση μιας κοινής συνιστάμενης στη νέα κεντροαριστερά.

Δεδομένης λοιπόν της ρευστότητας των πραγμάτων, θεωρώ εν τέλει ότι, τουλάχιστον οι προερχόμενοι και απερχόμενοι από ΔημΑρ και Δράση αυτοπροσδιοριζόμενοι αριστεροί & κεντροαριστεροί, αλλά και όποιοι άλλοι θεωρούν ότι θα ταίριαζαν, θα έπρεπε να προχωρήσουν στη διαμόρφωση ενιαίας κίνησης, τάσης, ή όπως αλλιώς θέλετε ονομάστε το, η οποία θα δουλεύει με σκοπό τη συνεισφορά συγκροτημένης πολιτικής άποψης στα πλαίσια της πρωτοβουλίας και υπέρ αυτής.




Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Minority Report



Αυτό το Σαββατοκύριακο είναι Σαββατοκύριακο χαράς.

Η αρχή έγινε.

Η πολιτεία αντεπιτίθεται αξιοποιώντας το νομικό οπλοστάσιο το οποίο διαθέτει.

Από ότι φαίνεται πρόκειται για μια πολύ καλά σχεδιασμένη και καλοδουλεμένη επιχείρηση, βασισμένη γερά ώστε να μην καταρρεύσει.

Η δίωξη δεν έγινε για τις ιδέες. Δε θα μπορούσε να γίνει άλλωστε. Κανένας πραγματικά φιλελεύθερος άνθρωπος δεν επιθυμεί τη δίωξη συνανθρώπου του για τις ιδέες τις οποίες φέρει. Όποιες κι αν είναι αυτές. Αν είναι έτσι σε λίγο θα αρχίζουμε να καταδικάζουμε  τους ανθρώπους για τα όνειρά τους, και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους. Θα προβάλλουμε το μέλλον του ανθρώπου και θα τον συλλαμβάνουμε για αδικήματα τα οποία ακόμα δεν έχει διαπράξει, όπως στην ταινία.

Όταν οι ιδέες όμως μετασχηματίζονται σε πράξεις εγκληματικές, οι οποίες έμπρακτα υποσκάπτουν τη δημοκρατία και την ελευθερία μας, έστω στο βαθμό που καθένας εκτιμά ότι αυτή υπάρχει, είναι η ώρα της πολιτείας να επέμβει.

Δυστυχώς υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή η οποία ορίζει τη χρυσή τομή μεταξύ της ελαχιστοποίησης των απωλειών και της μεγιστοποίησης του αποτελέσματος.

Ο άδικα δολοφονημένος Παύλος Φύσσας ήταν η οριακή διαφορά στην κλίμακα των απωλειών.
Θα μπορούσε να είναι αλλιώς;

Θα ακουστούν πολλές απόψεις. Κάποιοι θα πουν ότι το έγκλημα αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν η Χρυσαυγίτικη Συμμορία είχε μπουζουριαστεί ενωρίτερα.

Κάποιοι άλλοι θα πουν ότι ακόμα και τώρα η σύλληψη των ιθυνόντων νοών της φασιστικής συμμορίας είναι βιαστική κίνηση, η οποία θα λειτουργήσει αβανταδόρικα στη Χρυσή Αυγή.

Μέσα από μια τέτοια θεώρηση χάνουμε το πραγματικό επίδικο. Έχουμε μια πολιτεία δημοκρατικά συντεταγμένη. Μέσα από τη κοινοβουλευτική μας διαδικασία, την οποία θέλουμε να προασπίσουμε, έχουμε διορίσει υπουργούς και αξιωματούχους επιφορτισμένους για την τήρηση των διαδικασιών προάσπισής της.

Πράττουν σωστά, ή πράττουν λάθος; Ανεξάρτητα από την άποψη που έχει ο καθένας μας πάνω σε αυτό το ερώτημα, για το οποίο υπάρχουν πάλι θεσμοθετημένες δημοκρατικές διαδικασίες από τον έλεγχο και την αξιολόγησή τους, έως και την πιθανή απόδοση ευθυνών, υπάρχει ένα δεδομένο:

Μέσα από ένα πλέγμα ενεργειών τους ήταν αυτό το Σαββατοκύριακο το οποίο προεκρίθη από τους αρμόδιους ως το πιο ώριμο για την κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του φασιστικού μορφώματος για την επίτευξη του μεγίστου αποτελέσματος.

Αυτοί ήταν οι θεσμικοί υπεύθυνοι να ζυγίσουν τα υπέρ κατά, το πότε, το πώς, και το γιατί. Αυτοί ήταν οι υπεύθυνοι για το χειρισμό της υπόθεσης και για τη λήψη της τελικής απόφασης.

Ειλικρινά θέλω να πιστεύω ότι μια τέτοια κίνηση είναι τόσο καλά προετοιμασμένη ώστε να μην αφήσει περιθώριο στη Χρυσή Αυγή να επανακάμψει δυνατότερη.

Όσο για τους ψηφοφόρους της;

Ειλικρινά, από το να ψηφίζουν ΧΑ, προτιμώ περισσότερο να διοχετευθούν οι ψήφοι τους στη Νέα Δημοκρατία. Αν και προσωπικά εκτιμώ ότι η διάχυση θα είναι πλατύτερη.

Οπότε αυτό που έχουμε να κάνουμε εμείς τουλάχιστον αυτό το Σαββατοκύριακο είναι να χαρούμε για την πρώτη ουσιαστική κίνηση που έγινε με σκοπό τον εκτοπισμό της Χρυσής Αυγής από το πολιτικό σκηνικό.

Η ιστορία βέβαια μας έχει διδάξει ότι η ανθρώπινη χαρά, για να είναι ουσιαστική οφείλει να περιέχει στοιχεία ανθρώπινης πίκρας και ανθρώπινου πόνου.

Η σημασία του θανάτου του Παύλου Φύσσα, όπως και των αλλοδαπών πριν από αυτόν, από τα χέρια της Χρυσής Αυγής, ήταν αποφασιστική στο ξετύλιγμα της υπόθεσης και η μνήμη τους πρέπει να σημαδεύει τη χαρά που νοιώθουμε αυτό το Σαββατοκύριακο.

ΥΓ. Προβληματίστηκα πολύ για τη  επιλογή της εικόνας με την οποία θα συνόδευα αυτό το κείμενο. Είχα μπροστά μου τη φωτογραφία του Φύσσα να έχει μόλις ψυχορραγήσει στην αγκαλιά της κοπέλας του. Την κοίταγα, την ξανακοίταγα, κάτι δε μου κόλλαγε. Τελικά αποφάσισα ότι η συγκεκριμένη φωτό, έτσι όπως ήταν καδραρισμένη, δεν πέρναγε τα δικά μου standards αισθητικής, καθότι δεν εξασφάλιζε την ελάχιστη οφειλόμενη αξιοπρέπεια στο νεκρό. Ίσως αν είχε πέσει σαν αρχαίος ομηρικός ήρωας, όπως του άξιζε, να τη δημοσίευα. Αλλά όχι έτσι…

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτός ο φιλόσοφος είναι Μεγάλος Καλλιτέχνης (του Σακελλάρη Σκουμπουρδή)


Την περασμένη Πέμπτη, στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής, ο Διονύσης Σαββόπουλος χάρισε σε λίγους τυχερούς μια βραδιά μαγική, πανσέληνη, υψίσυχνη. Οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν το έμαθαν. Η προαναγγελία πέρασε στα ψιλά. Για ενίσχυση της προσέλευσης, ο χορηγός επικοινωνίας της εκδήλωσης (ΟΤΕ) πριμοδότησε τους πελάτες του, μειώνοντας γι’ αυτούς το πενιχρό (δέκα ευρώ) εισιτήριο στο μισό. Μόνο ένα ταλιράκι, λοιπόν, το τίμημα, αλλά πάλι η προσέλευση δεν ήταν αθρόα. Γέμισε ο χώρος, ασφαλώς. Αλλά, μόνο δυο τρεις χιλιάδες άτομα…
Όποιος θυμάται τη διπλή συναυλία του καλλιτέχνη πριν από ακριβώς 30 χρόνια (Σεπτέμβριος 1983), σκέφτεται τη στραβομάρα. Επί δύο συνεχόμενες βραδιές συγκλονιστικής γιορτής είχε γεμίσει το ΟΑΚΑ, μαζεύοντας αθροιστικά πάνω από 150.000 φίλους, για να γιορτάσουν τότε τα είκοσι χρόνια δημιουργίας του. Τι έχει συμβεί, λοιπόν; Αυτό το λεοντάρι, αυτό το αστέρι πέρασε στα αζήτητα; Ακόμα χειρότερα, που ελάχιστοι έχουν αντιληφθεί ότι ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης, φέτος κλείνει 50 χρόνια δημιουργίας. Οπότε και μόνο γι’ αυτό θα άξιζε να πάμε να τον τιμήσουμε συμβολικά… Τι τρέχει, λοιπόν, με τον Διονύση; Τι να τρέχει, ρε φίλε, στην εποχή του Θέμου και του Ρέμου, θα αντιτείνετε και δεν θα φταίτε…
Τότε ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν πάντα ένα υπέροχο πλάσμα, πνευματικός πατέρας για σύμπασα τη νεολαία, είτε ήσουν Πασόκας, είτε ΚΚΕ, είτε ρεφορμιστής, είτε και Κινέζος, είτε αναρχικός (τότε οι αναρχικοί δεν τα σπάγανε, ακόμα), είτε δεξιός απολιτίκ. Ήταν μεγάλος αμφισβητίας, φιλόσοφος, ποιητής, ψυχαναλυτής, αποκαλυπτής των κρυφών αντινομιών του πολιτικού συστήματος, δεινός πολιτικός αναλυτής, κοινωνικός σχολιαστής, σκωπτικός αριστοφανιστής, μύστης του ωραίου και ενεργοδότης ανήσυχων ευαισθησιών, συνάμα ερωτικός, τρυφερός, πολυσύνθετος μουσικάντης. Για τους νεότερους που δεν ξέρουν, θα ήθελα να μεταφέρω εδώ αποσπάσματα από σχετικό δημοσίευμά μου (βλέπε φωτογραφία, «20 χρόνια Σαββόπουλος, Δοξαστικά – απόηχοι από το laser show 1983») στο περιοδικό «Προσανατολισμοί» (τεύχος 70, Οκτώβρης ’83, σελίδα 42). Εδώ αποδίδεται η αγάπη όσων έζησαν τις κορυφαίες στιγμές του δημιουργού, που εκτείνονται τουλάχιστον στην εικοσιπενταετία 1969-1994. Να τι του λέγαμε τότε, μεταξύ άλλων:
n
«…Ναι σε δοξάζω, Διονύση Σαββόπουλε, γιατί είσαι μια μεγαλοφυΐα, που κατάφερε να μπει μέσα σε τόσες άλλες ψυχές σαν και τη δικιά μου και να παίξει το ρόλο της στο λεκτικό, μουσικό, ποιητικό, φιλοσοφικό μας αισθητήριο.
Ναι, σε δοξάζω γιατί οι προωθημένες συνειρμικές αλυσίδες που ανακαλείς από τις μνήμες σου, που νταβραντώνονται και φωτίζουν τις αιτίες σου, έχουν βοηθήσει και μένα να φωτίσω τις δικές μου…
…είπες: ξέρω να κρατώ τα μέτρα και τους χρόνους, τους μικρούς μου κώδικες σχεδόν τους ξέρω όλους…
…είπες: η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές και από δίκιο ξέρει…
…κάποτε σκεφτόμουνα για σένα: «Αυτός ο φιλόσοφος είναι Μεγάλος Καλλιτέχνης».

…όταν είχες πει: Η αγάπη δουλεύει για τον σοσιαλισμό, με είχες μπερδέψει και μου έβαλες ένα πρόβλημα που ευτυχώς άργησα να ταξινομήσω στο μυαλό μου, γιατί, με το συμπάθιο να το λύσω δεν έχω καταφέρει ακόμα (ευτυχώς)…
…να συνεχίσεις να είσαι Δημιουργός και να μην μας αφήσεις προτιμώντας κάποιο ησυχαστήριο, γιατί εύχομαι οι πολλοί δρόμοι που άνοιξες μέσα σου και μέσα μας είκοσι χρόνια τώρα, να γίνουν άλλοι τόσοι, όσους μπορεί η παλαβομάρα της πλούσιας κεφαλής σου να εξορύξει μέσα από τα βουνά της εμπειρίας σου. …»

Εδώ, όπως καταλάβατε, στο τελευταίο μας τα χάλασε. Δεν μας έκανε τη χάρη. Πρώιμα σταμάτησε να είναι ο πρωταγωνιστής, αυτός που γράφει την Ιστορία. Από τότε που είχε βγάλει τα υπέροχα «Τραπεζάκια έξω», έξι χρόνια μετά (1989) άγγιξε τον Όλυμπο με το «Κούρεμα» και με τους Κωλοέλληνες και από κει και πέρα άρχισε η καλπάζουσα λήθη…

Φτάνουμε στο διά ταύτα. Και πάμε από την αρχή να δούμε τι έχει εισφέρει στη ζωή μας αυτός ο Σαββόπουλος.
Πάρτε ενδεικτικά αυτό. Δεν υπάρχει πιο ευσύνοπτος ορισμός του λαϊκισμού, από αυτόν που έδωσε ο ποιητής το 1975, με το έμπα της Μεταπολίτευσης, μέσω του («φαλάκρα απ’ έξω κι από μέσα, που τώρα κοκορεύεται επάνω στον εξώστη και μιλάει στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη») «Πολιτευτή».

Λέει ο Διονύσης, περιγράφοντας το δημαγωγό που μας χαϊδεύει τα αυτιά, σαν κάποιον που δολίως αντιγράφει τη φωνή μας για να μας γίνει αρεστός: «…Ο πρώτος προβοκάτορας από όλους στη ζωή μου, είναι η αφεντιά σου που αντιγράφει τη φωνή μου, άλλαξες το σώμα μου με έπιπλα και σκεύη, σαν τον αριστεροχουντισμό (στην εκδοχή του 1979: «σαν τον σοσιαλισμό») που σε βολεύει. Στη φοιτητριούλα, που σ’ έχει ερωτευτεί, θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή, τζάμπα χαραμίζει, θα πάω να της πω, τον νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό. Χαρά να σε γιαούρτωνα, εκεί που ρητορεύεις, εκεί που με χειροκροτάς, χωρίς να το πιστεύεις, παίρνεις την αλήθεια μου και μου την κάνεις λιώμα, απ’ το πόδι με κρατάς βαθειά μέσα στο χώμα».
Κατανοεί εδώ κανείς ότι ο άνθρωπος ήταν γατί. Και τα είχε δει και τα είχε πει όλα, πριν καν ξεδιπλώσει τις αρετές της η ξελιγωμένη γενιά των εξουσιαστών, οι οποίοι μετά διακρίθηκαν για όσα ανδραγαθήματα μας οδήγησαν ως εδώ… Μόλις τότε άρχισε να εμφανίζεται το φρούτο του πολιτευτάκια λαϊκιστή και ο ποιητής το ανθίστηκε αμέσως και μας το έδωσε στο πιάτο. Ασχέτως αν λίγοι δέχτηκαν την ευεργεσία του. Τότε λοιπόν, που ξετυλιγόταν μια λαμπρή πολιτική καρριέρα για όλα τα παιδάκια της γενιάς «μπλα, μπλα, μπλα, δημοκρατία, μπλα, μπλα, μπλα, με εκλέξανε» και πέφτανε με τα μούτρα στο κοκό της εξουσίας, κάποια παιδιά δεν χάθηκαν. Και γλίτωσαν από τα ευεργετήματά της. Όχι γιατί ήταν πονηρά. Απλώς γιατί ο δάσκαλος τούς άνοιγε τα μάτια («και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι»). Από τότε ο Σαββόπουλος ήταν πάντα μπροστά. Όποιος τον παρακολουθούσε είχε πλεονέκτημα στη ζωή. Όχι της «επιτυχίας». Αλλά της επαφής με τα μικρά μυστικά της αλήθειας. Όσοι τον ακολούθησαν έχασαν τη μεγάλη χλίδα της εξουσίας, αλλά κέρδισαν την όμορφη ζωή.
Ο Σαββόπουλος εκτός από Μεγάλος Ερωτικός, τεκμαίρεται και ως εμψυχωτής της αμφισβήτησης, δηλαδή. Εκτός από σπουδαίος ποιητής, του οποίου οι στίχοι στέκουν άνετα ως στέρεα ποιήματα, είναι και κορυφαίος νεοέλληνας μουσικός. Είναι ένας ροκ σταρ, που ατυχώς δεν σκέφτηκε νωρίς να φύγει στο εξωτερικό και να κάνει κορυφαία οικουμενική καριέρα. Κάτι περισσότερο από Λούτσιο Ντάλα στην Ιταλία και από Μπομπ Ντίλαν στις ΗΠΑ θα μπορούσε να γίνει με αυτό το εκρηκτικό πέταγμα του μουσικού και ποιητικού μυαλού του. Ποιος ξέρει, να φοβήθηκε που δεν ήξερε καλά αγγλικά, ενώ αντιθέτως είχε εμπιστοσύνη στα άψογα ελληνικά του, που του εγγυώντο μια καλή στιχουργική υποδομή για ζόρικες μουσικές καινοτομίες;
Άλλαζε συνεχώς με τις δεκαετίες που έμπαιναν κι έβγαιναν, ψαχνόταν από μικρός. Την πρώιμη αμφισβήτηση την ολοκλήρωνε διαρκώς μαζί με μια δυναμική ανασύνθεσή της με τη σώφρονα σύνεση της νέας σύνθετης εμπειρίας του. Κάτι που οι συνήθεις ροκ σταρ ουδέποτε το είχαν, γιατί δεν ήταν φιλόσοφοι όπως και αυτός. Έφτιαξε, λοιπόν, μουσικά το νοτιοευρωπαϊκό έθνικ, πολλά χρόνια πριν γίνουν μόδα κάτι τέτοια φολκλόρ. Από το «Περιβόλι» και κυρίως τον «Μπάλλο» και πέρα, με μεγαλοφυείς ενορχηστρώσεις και σπάνια καινοτόμα ηχοχρώματα, έως και σήμερα που μουσικά συνεχίζει να εξελίσσεται, άλλαξε την ελληνική μουσική που είχε παραλάβει.


Είναι και αυτός μαζί με τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, ένας Εθνικός Ποιητής. Και έτσι θα περάσει αργά ή γρήγορα στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας, μόλις κατακάτσει ο κουρνιαχτός του εικοσιπεντάχρονου βάρβαρου λαϊκισμού που πολέμησε με μίσος τόσο αυτόν όσο και τη δημιουργία του.
Οι Κωλοέλληνες, λοιπόν, αυτή ήταν η ασύγγνωστη πρόκληση, που πέταξε ο Διονύσης στην αρρωστημένη κοινωνία μας, προειδοποιώντας μας ότι ο δρόμος που ανοίξαμε δεν θα μας καλοβγάλει.

Οι Κωλοέλληνες είναι κορυφαία πολιτική ανάλυση της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας. Αλλά εμείς δεν σκεφτήκαμε ότι ο εθνικός ποιητής πάντα μέσα πέφτει και αξίζει την προσοχή μας. Και πρέπει να του δώσουμε την ευκαιρία να μας εξηγήσει καλύτερα, στον αιώνα του να μας πει τι βλέπει. Έτσι, το πήραμε ανάποδα. Ο μακαρίτης ο Κακαουνάκης από το πρωί ως το βράδυ διαπόμπευε τον Σαββόπουλο ότι τάχα είναι ρουσφετολόγος κολλητός του Μητσοτάκη, ότι είναι δεξιός, ότι είναι αντιλαϊκός, ότι χίλια μπήξε και χίλια δείξε… Το ‘χε μετά και γινάτι με εκείνο τον στίχο «…οι εξάρσεις του εθνικού μας βίου, κι ο προγυμναστής του φροντιστηρίου, όλος πιτυρίδα, μούσι και τσαντάκι, ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη…».
Ούτως ή αλλέως, το Ποικιλόχρουν Ακροδεξιό Φαινόμενο της εποχής, ιδιαίτερα με τη μορφή του Αυριανισμού, ποτέ δεν συγχώρεσε στον Σαββόπουλο την ρετσινιά του Κωλοέλληνα. Κυρίως γιατί ένοιωθε πόσο προσφυώς ο ποιητής είχε αποδώσει όλη την αλήθεια μέσα σε μια μόνο λέξη. Πώς κατέδειξε τη μιζέρια του, που κανακευμένος από τους εκμαυλιστές του, έχασε το περίφημο φιλότιμο και διολίσθησε σε χαμερπή χαρακτηριστικά. Και έγινε αρχικά τσιφτετέλληνας και σε οριακές περιπτώσεις ακόμα και κωλοέλληνας. Χαλάστηκε πολύ, λοιπόν, όταν ο Διονύσης τον ξεσκέπασε.
Η πρόθεσή του ποιητή ασφαλώς, όπως πάντα καλοπροαίρετη, ήταν να του δείξει το πρόβλημα, να του επισημάνει και τον τρόπο να ξαναβρεί το φιλότιμό του, να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν: Έλληνας. Καλοβολεμένος και μολυσμένος, όμως, ήδη μεταστοιχειωθείς σε πνευματικά κοντοπόδαρο σειληνό του κράτους, είχε δρομολογήσει την αήθεια, είχε βάλει μπρος για την περιπέτεια της κωλοελληνικής ανομίας. Μάλιστα, με το αναγκαίο για την περίσταση προκάλυμμα προοδευτικότητας, ώστε να μην παραπονιέται κανείς, πήραμε τη στράτα της ανωμαλίας ως τον σημερινό βαθύ πάτο του εθνικού μας ισλάμ. Και δεν μας τρόμαζε ο χρησμός της Πυθίας: τιμωρός καιρός, πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις από δω κι εμπρός… Τελεία και παύλα, με παράξενα κι ατόφια, κομμάτια κι αποσπάσματα, οι Κωλοέλληνες είναι ένας νέος Εθνικός Ύμνος. Που μας δείχνει πώς απομακρυνθήκαμε από τον Ύμνο εις την Ελευθερία και μας καλεί να τον επαναπροσεγγίσουμε…
Το 1994 είπε «Μην πετάξεις τίποτα» και βγήκε αισιόδοξος, αν και με πικρία, λέγοντας ότι «Μέρες καλύτερες θα ‘ρθουν».

«Κι αυτοί που μας πληγώσανε, καθώς το φως τελειώνει, αισθάνονται την μοναξιά που Έλληνες ενώνει. Και δεν ακούν τα κόμματα και το μεγάφωνό τους, το χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους». Τότε πια όμως κανείς δεν τον άκουγε τον εξόριστο ανάμεσά μας ποιητή, κανείς δεν τον ρώταγε τι βλέπει. Είχε πια ανεπιστρόφως χάσει την επιρροή του. Δυστυχώς, διατεινόμαστε ότι αν δεν είχε συμβεί αυτό και έβγαινε ο Διονύσης ο φύλακας άγγελος και αγαπημένος εξάγγελος και μας έδινε γραμμή, θα ήμασταν καλύτερα. Αν μας σφύριζε ο κότσυφας το σινιάλο διόρθωσης εθνικής πορείας, κάθε λίγα χρόνια όπως παλιά, τώρα δεν θα είχαμε χρεοκοπήσει τα κορόιδα. Ίσως να μην είχαμε κατρακυλήσει στη σημερινή μπίχλα. Τόσο τον περιφρονήσαμε τόσα χρόνια και τον πικράναμε και τον πονέσαμε με τα συντριπτικά θλαστικά τραύματα στο τσαγανό του και τώρα θα σκέφτεται «Μόνο Σταύρο με λένε, μόνο Σταύρο» ...

Χαλάστηκα όταν πριν χρόνια τον είδα στο Ηρώδειο να χαριεντίζεται με την Καλομοίρα που βγήκε από την τούρτα. Σκέψου όμως, μετά από τόσο ηθικό ξύλο που έφαγε, πόσο παραιτήθηκε από αυτό που αποκαλούμε δημόσιο βίο… Έτσι με θέλετε, απολιτίκ; Πάρτε Καλομοίρα, μπορεί να σκέφτηκε… Ποιος ξέρει, πόσο κατέστειλε τις δημιουργικές του εκλάμψεις και με πικρία προσαρμόστηκε ίσως στη μετριότητά μας. Ίσως για να γλιτώσει τον περαιτέρω διωγμό, αποκλεισμό, που μπορεί να μην άντεχε πια…
Ο Σαββόπουλος είναι δραματικά υποτιμημένος. Αργά ή γρήγορα αυτή η στραβομάρα θα ισιώσει. Θα αποδοθεί στην Ιστορία ως κορυφαίος προπομπός ιχνηλάτης, που πετάχτηκε στο μέλλον και είδε το κακό που ερχόταν. Αλλά τον απομονώσαμε, τον τιμωρήσαμε με αποκλεισμό, αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, οπότε δηλαδή καλύτερα να μη μας πει κανένα. Το ‘χουμε αυτό οι κωλοέλληνες. Και το συνεχίζουμε αδιαλείπτως, παρότι ξέρουμε ότι μας κάνει πολύ κακό, τους εξάγγελους πρέπει να τους τιμάμε, να τους αγαπάμε, είναι όρος επιβίωσης του έθνους, πώς το λένε…
Σήμερα, στην εποχή που έχει ωριμάσει το Κακό και πλέον σήπεται, πρέπει να θυμίζουμε ότι υπάρχουν πράματα όμορφα και λαμπρά, που έχουν συμβεί στη Μεταπολίτευση. Ανάμεσά τους είναι και το έργο του Διονύση Σαββόπουλου, που τόσο περιορίστηκε εσχάτως. Και που αν ήταν ακόμα ακμαίο, ίσως θα ήμασταν καλύτερα θωρακισμένοι απέναντι στον τρέχοντα καιρό της ασχήμιας.
Γράφαμε πριν 30 χρόνια κλείνοντας εκείνο το ρεπορτάζ: «Ας μας ξανακαλέσει ο τρομερός και υπερευαίσθητος έφηβος της σύγχρονης Ελλάδας, σε νέα παιγνίδια, να παίξουμε κι εμείς μαζί του».
Ε, το λοιπόν, δεν μας έχει ξανακαλέσει ακόμα. Αντιθέτως μετά από λίγα χρόνια, λόγω των Κωλοελλήνων, «αυτού του συρφετού του δημοκρατικού του νέου εγωισμού» έφαγε τη χλεύη των λαϊκισμένων και εσιώπησε. Δραματικά, κατέβασε στροφές και έκτοτε μας πάει στο ρελαντί. Ουσιωδώς εσίγησε και κατέστειλε την θηριώδους ισχύος καλλιτεχνική του μηχανή. Τι λέτε, δεν αξίζει να τον πιέσουμε να της κάνει ένα φρεσκάρισμα, ένα καλό σέρβις και να τη βάλει πάλι στους μαγικούς ρυθμούς που της πρέπουν; Ώστε να βγάλει κι άλλους από τους κρυμμένους θησαυρούς του, από τα περίτεχνα σεντούκια της πανέμορφης δημιουργικής ψυχής του; Νομίζω ότι μας παίρνει να αξιωθούμε, μαζί του πάλι να ανταμώσουμε και να ξεφαντώσουμε στο Ολυμπιακό Στάδιο τουλάχιστον μια φορά πριν να βαρεθεί να δημιουργεί.

Θέλουμε κι άλλο να τρέξει μαζί μας αυτός του ’60 ο εκδρομέας! Λέτε; Αφού φυσικά του ξαναδώσουμε αγάπη και τον παρακαλέσουμε να αρχίσει πάλι να μας ευεργετεί με νέα άνθη του καλού. Μπροστάρικα, καθοδηγητικά, οραματικά, που θα μας εμπνεύσουν να ξαναγίνουμε έθνος δημιουργικό και όχι πια καρμοίρικο και κωλοελληνικό.


Και χαιρετώ σας, και φιλώ σας, όντα μικρά χρωματιστά, μεσ’ στον καθρέφτη κλειδωμένα.

Υ.Γ.
Δοκιμάστε, αγαπητοί αναγνώστες, να κάνετε μια εβδομαδιαία κούρα, ακούγοντας συνεχώς Σαββόπουλο. Με όποιο τρόπο σας βολεύει, αν δεν θέλετε να πάτε με τη σειρά όλες τις συλλογές του «και στο γραμμόφωνο ο δίσκος που μ’ αρέσει»: Φορτηγό, Περιβόλι του τρελού, Μπάλλος, Βρώμικο ψωμί, Δέκα χρόνια κομμάτια, Αχαρνείς, Happy day, Ρεζέρβα, Τραπεζάκια έξω, Κούρεμα, Μην πετάξεις τίποτα, Χρονοποιός και ό, τι άλλο μου διαφεύγει. Και ελάτε να μου πείτε μετά ότι δεν είστε πιο όμορφοι άνθρωποι…