ΦΙΛ

ΦΙΛ

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Η δημοκρατικά εκλεγμένη Ιστορία

Photo: Alexandros Katsis / Fosphotos.com Photo: Alexandros Katsis / Fosphotos.com

Ας κάνουμε μία υπόθεση εργασίας. Η σημερινή Βουλή καλείται να αποφασίσει αν έχει γίνει γενοκτονία Ελληνοκυπρίων στην Βόρεια Κύπρο ή Ελλήνων μειονοτικών στην Νότιο Αλβανία. Νομίζω θα συμφωνήσουμε ότι ένα μεγάλο ποσοστό της Εθνικής Αντιπροσωπείας θα υπερψηφίσει την εκδοχή που απλώς πλειοδοτεί με τον εμφατικότερο τρόπο στο αίσθημα αδικούμενου και καταδιωκόμενου έθνους, που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και των πολιτικών μας. Έστω και αν μια τέτοια ψήφος θα ήταν ανιστόρητη και αντιεπιστημονική είναι σίγουρο ότι θα εύρισκε πολλούς, περισσότερο ή λιγότερο ψεκασμένους, οπαδούς. Για αυτό θα ήταν εξαρχής λάθος μία τέτοια ψηφοφορία.
Το λάθος αυτό έγινε το 1994. Η Βουλή πήρε την απόφαση ότι υπήρξε γενοκτονία των Ποντίων στο διάστημα από το 1914 ως το 1923. Προσοχή, δεν αναφέρομαι στην απόφαση που καθιερώνει την 19η Μαϊου ως ημέρα εθνικής μνήμης για τα θύματα του Κεμάλ. Μιλώ για τον χαρακτηρισμό “γενοκτονία”. Δεν ήταν δουλειά της, δεν είναι αυτό αντικείμενο των Κοινοβουλίων αλλά των επιστημόνων. Όπως θα ήταν αδιανόητο να αποφασίσει μια τυχαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία αν υπάρχει σωματίδιο του Χιγκς, έτσι δεν επιτρέπεται να απαντήσει σε ένα τέτοιο ερώτημα, που διχάζει τους ιστορικούς ακόμα και σήμερα. Άνθρωποι που είναι αμφίβολο αν γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στους όρους «γενοκτονία», «εθνοκάθαρση», «εγκλήματα πολέμου» ή «θύματα πολέμου», καλούνται να πάρουν απόφαση με γνώμονα τις περισσότερες φορές κάποιο εθνικό παραμύθι. Δυστυχώς στον δημόσιο βίο την πιο πολλή φασαρία κάνουν εκείνοι που τα επιχειρήματά τους τα αντλούν από το γνωστικό οπλοστάσιο «μα τι λέτε; τόσα έργα έχουμε δει στο σινεμά», που πρόσφατα επικαλέστηκε ένας τηλεοπτικός αστέρας.
Ας μην ξεχνούμε ότι ο διωγμός των Ποντίων επιχειρήθηκε να χαρακτηριστεί αναδρομικά με τον όρο «γενοκτονία» που καθιερώθηκε από τον ΟΗΕ, με αφορμή το Ολοκαύτωμα, μόλις το 1948. Εξ αντικειμένου υπάρχει το ευένδοτο σημείο της ερμηνείας μιας άλλης εποχής με σύγχρονους όρους. Την εποχή των αρχών του αιώνα, στην ευρύτερη περιοχή, εκκαθαρίσεις εθνικής καθαρότητας δεν έκαναν μόνο οι Νεότουρκοι αλλά και το σύνολο σχεδόν των Βαλκανικών λαών, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν εθνικούς ζωτικούς χώρους που θα φιλοξενούσαν τα νεοπαγή κράτη. Ας παραμερίσουμε την ασυμφωνία των ιστορικών για την έκταση της σφαγής των Ποντίων - είτε 350.000 ήσαν τα θύματα είτε 50.000 το έγκλημα ήταν μεγάλο. Απλώς τότε χαρακτηριζόταν ως “έγκλημα κατά της ανθρωπότητας” και όχι γενοκτονία. Καταλαβαίνουμε ότι σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει βάσιμο υλικό επιστημονικής συζήτησης και στα δύο στρατόπεδα μόνο που η προσέγγιση οφείλει να είναι ακριβώς αυτό. Επιστημονική και όχι πλειοψηφική.
Αυτό φαντάζομαι είναι, πάνω κάτω, το πνεύμα με το οποίο μίλησε η Μαρία Ρεπούση προχτές. Και ξύπνησαν μεμιάς εθνικιστικά φαντάσματα αντί να αφυπνισθούν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά μας και να εστιαστούν στον κίνδυνο που επεσήμανε η βουλευτής της ΔΗΜΑΡ. Γιατί το ένα λάθος, του 1994, κινδυνεύει να γεννήσει και ένα δεύτερο στις μέρες μας, εφόσον παραμείνει ως έχει και ψηφιστεί, τώρα ή στο μέλλον, το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Κανείς ιστορικός (ή οποιοσδήποτε άλλος) της αντίθετης άποψης, εφόσον υπάρχει η απόφαση της Βουλής, δεν θα μπορεί να τοποθετείται δημόσια στο θέμα των διώξεων των Ποντίων, δηλαδή να τεκμηριώνει την επιστημονική του θέση, διότι θα είναι παράνομος. Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για πολλά άλλα θέματα ανάγνωσης της Ιστορίας και αυτό θα είναι ήττα του πολιτισμού μας.
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
Ανδρέας Πετρουλάκης
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=24794  

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

Φιλελεύθερος Φιλές*




Το να θες να μιλήσεις για την Αριστερά του εικοστού πρώτου αιώνα, και να το κάνεις με όρους εικοστού, μη σου πω και δεκάτου ενάτου, θέτει αυτόματα σε ασταθή βάση το σύνολο των συλλογισμών σου.

Βάζοντας το κάρο μπροστά από το άλογο, εγκλωβίζεσαι σε σχήματα και μοντέλα ερμηνείας εκτός πραγματικότητας, ιστορικής και τρέχουσας, με σκοπό να υποστηρίξεις θεωρητικά τις παλαιοαριστερές εμμονές σου.

Κατ΄αυτόν τον τρόπο δημιουργείς μιαν άλλη, αποκλίνουσα εικονική πραγματικότητα, η οποία όμως σε βοηθά να υποστηρίξεις τις θέσεις σου.

Διότι, είναι προφανώς ανιστόρητο, και εκτός πραγματικότητας, να λες ότι τόσα χρόνια η Ν.Δ. και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εφάρμοσαν πολιτικές οι οποίες «εξέφρασαν και υπηρέτησαν το «συνεπή» και ανελέητο πυρήνα του οικονομικού και κοινωνικού νεοφιλελευθερισμού», όταν όλοι ξέρουμε ότι αυτό που συνέβη ήταν ακριβώς το αντίθετο. Το χτίσιμο δηλαδή της χώρας σε δομές υπερκρατισμού, ο οποίος πολλές φορές άγγιζε, και αγγίζει, τον ψευδοσοσιαλισμό.

Τον κοινωνικό νεοφιλελευθερισμό δεν έχω κατορθώσει να το ορίσω ακόμη, Αν είχαμε όμως οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, αυτή τη στιγμή οι δημόσιες υπηρεσίες θα ήταν σε ιδιωτικό κεφάλαιο. Η έννοια «ευρύτερος δημόσιος τομέας» θα απαντιόταν μόνο σε ιστορικά λεξικά, και το μεγαλύτερο ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων θα ήταν ιδιωτικοί υπάλληλοι.

Είναι όμως πολύ εύκολο το να βαφτίζει κανείς το κρέας ψάρι, ώστε να μπορεί ανενόχλητος να επιδίδεται στα θρησκευτικά του καθήκοντα, εκφράζοντας απόψεις όπως ότι οι αυτές οι πολιτικές των δυο κομμάτων, «διαμόρφωσαν καταστροφικά καταναλωτικά πρότυπα, εξάντλησαν τις αντοχές του λαού μας και διέρρηξαν τον κοινωνικό ιστό.»

Οι κακές κυβερνήσεις λοιπόν έμαθαν να καταναλώνει το χαζό λαό, τον οποίο λαϊκίστικα επικαλούμαστε, εξαντλώντας τις αντοχές του.  Τι κρίμα που δεν είχαμε μια καλή «σοσιαλιστική» κυβέρνηση να μας ταράξει στο κουπόνι! Ειρήσθω εν παρόδω, επειδή πολύ φοριέται αυτός ο όρος τελευταία, χρήσιμη θα ήταν μια ανάλυση της έννοιας «κοινωνικός ιστός», για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε στο φινάλε.

Υπάρχουν δυο σχηματικές αντιθέσεις – μοντέλα, τα οποία χρησιμοποιούνται ως εργαλεία για την ανάπτυξη σύγχρονων αριστερών θέσεων παλιάς κοπής.

Η πρώτη αντίθεση είναι η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Αυτή η αντίθεση μπορεί να ήταν σαφής το 19ο αιώνα, αλλά στον 21ο είναι παρωχημένη πλέον, και δε σου επιτρέπει να εξάγεις ασφαλή συμπεράσματα. Αυτό συμβαίνει για δυο λόγους:

Πρώτον διότι στην εποχή μας, αλλά και από το τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα, μπορεί το ίδιο άτομο, αλλά και, για να το κάνουμε ακόμα πιο σύνθετο, το ίδιο νοικοκυριό, να έχει εισοδήματα και από την εργασία αλλά και από επενδεδυμένο κεφάλαιο. Αυτό έχει κάνει δυσδιάκριτα τα όρια κεφαλαίου – εργασίας, και έχει αναγάγει σε αποκλειστικό εκπρόσωπο της εργασίας και μόνο, ένα τμήμα της κοινωνίας, το πιο αποκλεισμένο και περιορισμένο, και κοινωνικά, αλλά και αριθμητικά.
Δεύτερον, παραγνωρίζει στη σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη οικονομία, το ρόλο του κεφαλαίου και της εργασίας ως παραγωγικών συντελεστών. Οι παραγωγικοί αυτοί συντελεστές, είναι αντικείμενο συνδιαλλαγής και αγοραπωλησίας. Πάντοτε ήταν, αλλά πλέον αυτό έχει καταστεί εμφανές όσο ποτέ άλλοτε. Το κεφάλαιο, ως συντελεστής, μπόρεσε και εκσυγχρονίστηκε στις απαιτήσεις των καιρών, όπως θα δούμε πιο κάτω, μιλώντας για τη δεύτερη αντίθεση.

Η εργασία όπως υπέστη τη μεγαλύτερη ήττα, διότι ήταν προσκολλημένη σε οπισθοδρομικά συνδικαλιστικά μοντέλα, τα οποία λειτούργησαν περισσότερο ως κέντρα διαπλοκής και διαφθοράς. Λειτούργησαν ως εφαλτήρες κομματικής και πολιτικής ανέλιξης, στηριγμένοι στις πλάτες της αφέλειας και της ανοχής ενός ευρύτερου συνόλου εργαζομένων, οι οποίοι ενώ παράλληλα αποκόμιζαν και εισοδήματα από κεφάλαιο, στηριζόντουσαν στα συνδικάτα για ανορθολογικά και συντεχνιακά ωφέλη.

Ήταν επόμενο αυτή η συνδικαλιστική φούσκα κάποτε να σκάσει. Ο εργαζόμενος είναι πλέον υποχρεωμένος να στηριχθεί στη δική του, ατομική διαπραγματευτική ικανότητα, στη δική του επάρκεια, την οποία κανένα συνδικάτο δε μπορεί να του τη χαρίσει πλέον.

Μιλώντας για παραγωγικούς συντελεστές, να μη λησμονούμε και τον τρίτο παραγωγικό συντελεστή, τον οποίο παραδέχεται η οικονομική επιστήμη, το συντελεστή «γη». Πρέπει και αυτός να μπει στο κάδρο, όχι για άλλο λόγο, αλλά διότι μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, τμήματα τα οποία σχηματικά εκπροσωπούν και το χώρο του κεφαλαίου, αλλά και αυτόν της εργασίας, είναι κάτοχοι αυτού του συντελεστή «γη». Αυτό λοιπόν δεν πρέπει να τον ξεχνάμε διότι και η γη, πράγματι ή εν δυνάμει, γεννά πλούτο..

Δεύτερη αντίθεση-μοντέλο που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι η αντίθεση χρηματιστηριακής και πραγματικής οικονομίας. Είναι επίσης της μόδας, και ακούγεται και από πολλούς αριστερούς, ότι η χρηματιστηριακή οικονομία είναι κάτι ποταπό, βδελυρό, και απευκταίο. Και αυτό διότι παράγει οικονομίες φούσκες, οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική οικονομία, δημιουργούνε ανύπαρκτα στην ουσία κεφάλαια, τα οποία όταν έρθει η στιγμή της ρευστοποίησης σκάνε συμπαίρνοντας όλους όσους επένδυσαν σε αυτά.

Αν προσπαθήσουμε να αποκρούσουμε τη δαιμονοποίηση την οποία επιβάλλουν αυτού του είδους οι συλλογιστικές, θα δούμε αυτό που λέμε «χρηματιστηριακή οικονομία» δεν είναι τίποτα άλλο από την τεχνική ολοκλήρωση της οικονομικής έννοιας «προσδοκία». Αλλά η «προσδοκία» ως έννοια υπάρχει στο εμπόριο και στην οικονομία από τη γέννησή τους.

Από τις απαρχές του πολιτισμού, όταν ο πρωτόγονος μεταπράτης αγόραζε επί πιστώσει δέρματα για να τα μεταφέρει με το καράβι και να τα πουλήσει αλλού, πολλές φορές πάλι επί πιστώσει, η έννοια της «προσδοκίας» ενυπήρχε σε αυτές του τις πράξεις. Αν έμενε απλήρωτος ο μεσάζοντας, θα μένανε απλήρωτοι και οι προμηθευτές του, και θα είχαμε πάλι πτωχεύσεις και ανεργία.

Το ότι και η κουτσή Μαρία, συμμετείχε σε μια δευτερογενή αγορά προσδοκιών, με χρήματα τα οποία μπορούσε να δανειστεί ή να αποκτήσει ως υπερτιμημένη αμοιβή, σε μια ανορθόδοξα αναπτυγμένη οικονομία, ανεβάζοντας τις τιμές των προσδοκιών προς τα πάνω, και καθιστώντας αδύνατο να εξωφληθούν οι απαιτήσεις εάν παρίστατο ανάγκη, δεν είναι ευθύνη  του μέσου, αλλά του επενδυτή.

Από κει και πέρα το να επικαλείσαι φαντάσματα όπως το κακό χρηματιστηριακό κεφάλαιο «που πλουτίζει από  την ικανότητά του να εξάγει υπεραξία από την εργασία των άλλων σε παγκόσμιο επίπεδο» δείχνει πόσο εκτός πραγματικότητας μπορείς να βρεθείς προσκολλούμενος σε παλαιά και ανεπαρκή ερμηνευτικά εργαλεία. Αν μη τι άλλο πρέπει να απαντήσεις, εάν πρέπει να υπάρχει καν δευτερογενής αγορά αξιών και εμπορευμάτων, σε ποιό βαθμό, και πότε θεωρείται οικονομικά και κοινωνικά ανήθικη.

Ένα ακόμα παραπλανητικό ερώτημα που τίθεται είναι «πόσο κράτος, πολύ ή λίγο». Και αυτό για να στιγματιστούν όσοι τολμούν να σκέφτονται διαφορετικά, ότι δηλαδή το κράτος δε μπορεί να αναπτύσσεται υδροκέφαλα, για να προστατεύει τον αναξιοπαθούντα κόσμο της δήθεν εργασίας, (στον οποίο μάλιστα, από αυτούς που θέτουν το ερώτημα, περιλαμβάνονται και αυτοί που επιχειρούν, αυτοί που εξ ορισμού δηλαδή η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους περιέχει και κεφαλαιουχικές δομές).

Το κράτος επιχειρηματίας (ναι, αυτό που εφάρμοσαν οι τάχα μου νεοφιλελεύθερες πολιτικές των παρελθουσών δεκαετιών,) βόλεψε την οπισθοβλεπούσα αριστερά, και, από ότι φαίνεται, αυτή ελπίζει στο ίδιο και για το μέλλον.

Η σύγχρονη αριστερά όμως δε φοβάται και προτιμά να δώσει μεγάλο μέρος των δομών της κοινωνίας για να ανθίσουν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, από το να τις κρατάει δέσμιες της διαφοράς, της διαπλοκής, και της οπισθοδρόμησης, σε ένα παρακμασμένο κράτος. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί τις σύγχρονες δομές ελέγχου, ώστε το παιχνίδι να παίζεται δίκαια και φανερά, χωρίς στεγανά, και χωρίς να ευνοεί εξυπηρέτηση συμφερόντων ιδιαίτερων μικρών κοινωνικών ομάδων αλλά του ευρύτερου συνόλου της κοινωνίας.

Η σύγχρονη αριστερά δε φοβάται την ιδιωτικοποίηση διότι ξέρει ότι μόνο μέσω αυτής μπορεί να δοθεί βάρος στην ανάπτυξη και το κέρδος, και του φορέα της, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Από κει και πέρα είναι ευθύνη του πολίτη, μέσω των θεσμών,  να ελέγχει για το αν και πόσο τα οφέλη της διαμοιράζονται κοινωνικά δίκαια. Αυτό το τελευταίο, ας σημειώσουμε, σε καμιά περίπτωση δεν καθίσταται εφικτό στην πραγματικότητα, όταν επιχειρηματίας είναι το ίδιο το στεγανό, διαπλεκόμενο και αντιπαραγωγικό κράτος.

*Το παρόν πόνημα γράφτηκε με αφορμή ενα κείμενο της τάσης της ΔημΑρ με το όνομα Αριστερό Δίκτυο. Το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.




Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Περί Κικής Δημουλά (She faces the music) της Σώτης Τριανταφύλλου*


Στην Ελλάδα μόνον ένα είδος «διανοούμενου» αναγνωρίζεται: εκείνο που ακολουθεί την κυρίαρχη ιδεολογία όταν αυτή η ιδεολογία εμφανίζεται ως αντιπολιτευτική – ακόμα καλύτερα όταν εμφανίζεται ως επαναστατική. Αλλά η ιδεολογική ηγεμονία είναι μια σύνθετη πραγματικότητα: όπως έχει συζητηθεί ξανά και ξανά, η Ελλάδα γλίτωσε την προσάρτηση στο σοσιαλιστικό μπλοκ με τίμημα την ιδεολογική ηγεμονία της παραδοσιακής Αριστεράς. Και η παραδοσιακή Αριστερά που ανέλαβε τον πολιτισμό (με τα γνωστά αποτελέσματα) -ενώ η Δεξιά ανέλαβε την οικονομία και τον κρατικό μηχανισμό (με τα γνωστά αποτελέσματα)- δεν ανέχεται δημιουργούς που προβάλλουν ανεξάρτητο ή «δεξιό», συντηρητικό λόγο. Εννοείται πως ο καθορισμός του «δεξιού/συντηρητικού» επαφίεται στην κρίση της Αριστεράς. Έτσι, τελευταία, όλο και συχνότερα, διαβάζω ειρωνικά και ασεβή σχόλια για την Κική Δημουλά, μια μεγάλη ποιήτρια: άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από την ποίησή της -και από την ποίηση γενικά- την κακοχαρακτηρίζουν διαστρεβλώνοντας και υπεραπλουστεύοντας τις δημόσιες δηλώσεις της. (Διαβάστε εδώ την πλήρη απομαγνητοφώνηση)
Τι κρίμα για τη χώρα μας. Τι κρίμα που είμαστε τόσο στενοκέφαλοι, φθονεροί, μικροπρεπείς, τόσο ασφυκτικοί για τους δημιουργούς. Τι κρίμα που μας λείπει η φαντασία, η γενναιοδωρία, ο ανοιχτός ορίζοντας. Δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν πολλαπλές αλήθειες, πολλαπλές οπτικές: η μαρξιστικοσταλινική ιδέα της «μίας και μοναδικής αντικειμενικής πραγματικότητας» είναι μια παγίδα για τη δημοκρατία και τον πολιτισμό. Η Αριστερά αντιδρά σπασμωδικά έναντι οποιουδήποτε δεν είναι «δικός της»: η Κική Δημουλά δεν είναι δική της. Και γι’ αυτό επικρίνεται ακόμα και η ποίησή της ως «μικροαστική» και «ναρκισσιστική»: ο Ζντάνοφ, ο Μπέρια, όλη η σταλινική ομάδα της λογοκρισίας βρίσκονται στο κύτταρο της ελληνικής Αριστεράς και τροφοδοτούν την επιθετικότητά της. Επαινείται ακόμα η στρατευμένη λογοτεχνία, εκείνη των ψευτο-λόγιων χωρικών που εξυμνούν το χώμα, το αίμα και τον ιδρώτα του λαού. Η Κική Δημουλά δεν είναι ούτε από αυτούς.
Οι Έλληνες δημιουργοί είναι δημαγωγοί που παραλλήλως σέρνονται πίσω από τον «λαό». Για να διατηρήσουν και να διευρύνουν το κοινό τους, το κολακεύουν, επαναλαμβάνουν τις προκαταλήψεις του, προσεταιρίζονται τα φιλολαϊκά κόμματα της μόδας. Η Κική Δημουλά δεν καταδέχεται να μεταμορφωθεί για να αρέσει στους παλαιοαριστερούς και στους νεόκοπους ψευτοεπαναστάτες: εκφέρει τη γνώμη της και στη συνέχεια, όπως κάνουν όλοι οι πολίτες, πληρώνει το τίμημα. Αλλά, στην περίπτωσή της, ταιριάζει η διφορούμενη αγγλική έκφραση: she faces the music. Kι ο χρόνος θα δείξει ποιανού ο λόγος αξίζει να ακουστεί και ποιανού είναι ηχώ παρωχημένων και χρεοκοπημένων ιδεολογιών.
*Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι συγγραφέας.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=24257 

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Ποιός θα τα φάει εκατό σουβλάκια;



"Φίλε, μου ετοιμάζεις ενενήντα εννιά σουβλάκια."
"Να τα κάνω εκατό;" ρωτάει ο σουβλατζής.
"Όχι μωρέ , πολλά είναι , ποιος θα τα φάει εκατό σουβλάκια;"

Το σχετικό ανέκδοτο μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα για την κατανόηση της έννοιας της οριακής διαφοράς. Εμείς όμως θα το δούμε από τη φορολογική του σκοπιά, και, συγκεκριμένα θα επικεντρώσουμε στο γεγονός ότι το σουβλάκι, ενώ πριν είχε ΦΠΑ 13%, από την 1-9–2011, σύμφωνα με το νόμο 3986/2011, υπόκειται σε ΦΠΑ 23%.

Συγκεκριμένα, με τον παραπάνω νόμο προστέθηκε τρίτη περίπτωση στο τρίτο παράρτημα του κωδικοποιημένου νόμου για τον ΦΠΑ στη χώρα μας (Ν. 2859/2000).
Το τρίτο παράρτημα του νόμου είναι αυτό που ορίζει ποιά αγαθά και ποιές υπηρεσίες υπόκεινται σε μειωμένο ΦΠΑ 13%, αντί του κανονικού συντελεστή 23%.

Με τη δε τρίτη περίπτωση σε αυτό το παράρτημα, η οποία δεν προϋπήρχε, ορίστηκε ένα πεδίο αγαθών και υπηρεσιών, το οποίο, αν και μπορεί να εντοπιστεί στις δυο πρώτες περιπτώσεις ως υποκείμενο σε μειωμένο ΦΠΑ, εν τούτοις εξαιρείται από αυτόν, άρα υπόκειται σε κανονικό συντελεστή ΦΠΑ 23%.

Είναι το έκτοτε αποκαλούμενο ως «ΦΠΑ στην εστίαση».

Για να ξέρουμε για τι μιλάμε λοιπόν, ας δούμε κατ΄ αρχήν τι ακριβώς λέει το συγκεκριμένο εδάφιο:

«Στο παρόν παράρτημα δεν περιλαμβάνονται τα παρασκευασμένα με βρασμό, ψήσιμο, τηγάνισμα, ζέσταμα ή άλλο τρόπο εδέσματα, γεύματα ή πρόχειρα γεύματα ή γενικότερα φαγητά, τα οποία παραδίδονται έτοιμα προς άμεση κατανάλωση χωρίς καμία περαιτέρω προετοιμασία, από εστιατόρια, ταβέρνες, πιτσαρίες, οινομαγειρεία, ψητοπωλεία, ταχυφαγεία, καφετέριες και συναφή καταστήματα ή τμήματα καταστημάτων που παρασκευάζουν έτοιμα προς άμεση κατανάλωση φαγητά. Εξαιρούνται οι παραδόσεις των ειδών αυτών από κυλικεία που λειτουργούν εντός εκπαιδευτικών ή νοσηλευτικών επιχειρήσεων ή ιδρυμάτων, ή ιδρυμάτων κοινωνικής πρόνοιας. Οι διατάξεις αυτές δεν ισχύουν για τα τυποποιημένα εμπορεύσιμα είδη διατροφής, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτά μπορούν να καταναλωθούν άμεσα χωρίς καμία περαιτέρω προετοιμασία. Ως τυποποιημένα εμπορεύσιμα είδη διατροφής νοούνται τα είδη διατροφής που παρασκευάζονται για ευρεία κατανάλωση και διατίθενται συσκευασμένα στα σημεία πώλησης, καθώς και αυτά που εμπορεύονται σε μεγάλες συσκευασίες ή ποσότητες και παραδίδονται χύμα ή κομμένα σε μικρότερες ποσότητες».

Δε θα μιλήσουμε για διάφορα ευτράπελα που δημιουργήθηκαν με τις ερμηνευτικές εγκυκλίους που ακολούθησαν την παραπάνω νέα διάταξη, με χαρακτηριστικότερη τη διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση μπουγάτσας και τυρόπιτας (η ορολογία σε όρους Αθήνας).

Θα προσπαθήσουμε όμως, κάνοντας τμηματοποίηση στην αγορά της εστίασης, να δούμε πως μεταβλήθηκε η αγορά με την εφαρμογή αυτής της διάταξης, και θα επιχειρήσουμε να προβλέψουμε τι επιπτώσεις θα έχει η πιθανή κατάργησή της, και η επαναφορά στο προηγούμενο καθεστώς.

Στην αγορά της εστίασης μπορούμε να διακρίνουμε τρία ευρέα τμήματα καταναλωτών, άρα και τρείς σχετικά διαφοροποιημένους υποκλάδους.

Πρώτο, και σημαντικότερο, είναι το ακραιφνές τουριστικό. Αυτό απευθύνεται σε άτομα, και οικογένειες, που κάνουν τις διακοπές τους.

Σε καιρούς κρίσης δεν ξέρω πόσοι είναι οι Έλληνες που κάνουν ακόμα διακοπές, Ως ενδόμυχος και ανομολόγητος υποστηρικτής όμως τού υπό Γεωργίου Ανδρέου Παπανδρέου ρηθέντος «λεφτά υπάρχουν» πιστεύω ότι, αν και ο αριθμός των Ελλήνων που επιδίδονται στο σπορ των διακοπών πλέον έχει μειωθεί δραματικά, εν τούτοις υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων που καταναλώνει σε διακοπές.
Η αλήθεια είναι όμως ότι αυτό το τμήμα των υπηρεσιών εστίασης στοχεύει, ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε ορθολογικά, κατά κύριο λόγο πλέον σε εισαγόμενο τουρισμό.

Δεύτερο κομμάτι του κλάδου της εστίασης είναι η αστική και περιαστική εστίαση. Είναι δηλαδή το να βγούμε με την παρέα, με την οικογένεια, ή με το ταίρι μας εν πάσει περιπτώσει, μια βραδυά, ένα Σάββατο να φάμε, να τα πούμε, να ξεσκάσουμε.

Θα πάμε στην ταβέρνα, θα πάμε στα Goodys για τα μικρά, θα πάμε στο παραλιακό το μαγαζί, η ουσία είναι ότι η επίσκεψή μας θα έχει σαφώς την ιδιαίτερη έννοια της αναψυχής.

Τρίτο και τελευταίο κομμάτι της εστίασης, σχετικά γειτνιάζον με το προηγούμενο, είναι αυτό που αφορά στην καθημερινή σίτιση. Είναι η καθημερινή σαλάτα από το Everest, το σάντουιτς στη δουλειά, η μερίδα στο μαγειρείο για τους εισέτι μπακούρηδες, αλλά πάνω από όλα το σουβλάκι (και αυτό με ορολογία Αθήνας). Μια σταθερή πολιτιστική αξία του τόπου μας. Με δυο ευρώ μονάχα έχεις τη ντοματούλα σου, τις πατατούλες σου, το κρεατάκι σου, το γιαουρτάκι – σκορδάκι – αγγουράκι σου σε μορφή τζατζικιού. Μια γευματική, αλλά και θερμιδική, πανδαισία δηλαδή για την οποία θα εκπλαγούμε αν συνειδητοποιήσουμε πόσοι τη χρησιμοποιούν καθημερινά ως φθηνό υποκατάστατο ενός γεύματος.

Οι τάσεις στις τιμές στο κάθε τμήμα της αγοράς εστίασης μπορεί να οδηγούνται μεν με διαφορετικό τρόπο, αλλά μάλλον δε μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το τελικό αποτέλεσμα που επιφέρουν.

 Όσον αφορά στην τουριστική εστίαση, μπορούμε να θυμηθούμε εποχές αλήστου μνήμης που μια απλή σαλάτα στοίχιζε αναισχύντως δέκα και δεκαπέντε ευρώ, και αυτά χωρίς απόδειξη. Γενικά μιλώντας όλος ο συγκεκριμένος κλάδος αναπτύχθηκε με βασική επιδίωξη το βραχυπρόθεσμο ρεφάρισμα του επιχειρηματία. Βοηθούντων και ορισμένων στρεβλώσεων όσον αφορά στην προμήθεια και μεταφορά των πρώτων υλών διατροφής, (δύσβατες περιοχές, εναρμονισμένες πρακτικές και μαφιόζικοι αποκλεισμοί προμηθευτών από τις μεταφορικές επιχειρήσεις), οι τιμές παρέμεναν για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αναντίστοιχα υψηλές σε σχέση με το παρεχόμενο επίπεδο υπηρεσιών. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο είχε αναπτυχθεί μια φούσκα υπερτιμολόγησης, η οποία μεσούσης της κρίσης καταπραΰνθηκε κατά ένα μέρος, φέρνοντας τις τιμές σε χαμηλότερα επίπεδα. Η αύξηση του ΦΠΑ, παρ΄ ότι δημιούργησε μια πρόσκαιρη αστάθεια στο μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών τελικής κατανάλωσης, τελικά δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο σε αυτές, και οι τιμές επανισορρόπησαν ακολουθώντας την προϋπάρχουσα τάση.

Η αστική και περιαστική εστίαση έχει δομηθεί διαφορετικά. Με επιχειρήσεις οι οποίες μετράνε αρκετά έτη ύπαρξης, και οι οποίες, ως επί το πλείστον, έχουν ήδη δημιουργήσει ένα προφίλ, και επιθυμούν να το διατηρήσουν κρατώντας τη δύναμή τους στην αγορά, η διαμόρφωση των τιμών επιρρεάζεται κυρίως από δυο βασικές, αλλά αντίρροπες τάσεις. Πρώτον τη σταθερά μειούμενη ζήτηση, η οποία φυσιολογικά σπρώχνει τις τιμές προς τα κάτω , και δεύτερον την συνεχή αύξηση του μη παραγωγικού κόστους μέσω της αύξησης τελών και φόρων (ΦΠΑ, Εισόδημα, Δημοτικά Τέλη κλπ) η οποία σπρώχνει τεχνητά τις τιμές προς τα πάνω. Η πράξη δείχνει ότι ο επιχειρηματίας σε αυτό το τμήμα της αγοράς αποφάσισε να απορροφήσει μεγάλο μέρος αυτού του κόστους με σκοπό να παραμείνει στην αγορά. Δεν ήταν πάντως λίγες και οι περιπτώσεις επιχειρήσεων που θεώρησαν ότι δε θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν αυτές τις συμπληγάδες, και θεώρησαν συμφερότερο το να αποσυρθούν. Η ουσία είναι όμως ότι αυτές που μείνανε σε ένα πολύ μεγάλο μέρος θεώρησαν πιο λογικό να μην περάσουν όλο αυτό το φορολογικό κόστος στις τιμές των προϊόντων τους.

Στο τρίτο κομμάτι της εστίασης τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Κατ΄αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι μαζί με τις δυο παραπάνω δυνάμεις διαμόρφωσης των τιμών της αγοράς, εδώ υπάρχει και μια τρίτη καθόλου ευκαταφρόνητη. Το συσκευασμένο υποκατάστατο, το οποίο υπάρχει πλέον από τα σούπερ μάρκετ  έως τα περίπτερα. Κύρια προϊόντα αυτού του τμήματος της αγοράς, είναι το σάντουιτς, η πίτσα, το σουβλάκι κλπ. Ας εξαιρέσουμε την πίτσα η οποία για ιδιαίτερους και συγκεκριμένους λόγους έχει ακολουθήσει καθοδική πορεία στην τιμή της. Κάτι το ότι η τιμή της ήταν πάντα υψηλή σε σχέση με το κόστος παραγωγής της, κάτι το ότι έξέλιπεν παντελώς το hype που την περιέβαλλε τις περασμένες δεκαετίες, οδηγώντας την σε ένα απλό, ταπεινό και καταφρονεμένο σνακ μεταξύ playstation και champions league, κάτι η απίστευτη συσσώρευση υπερπροσφοράς πίτσας (κάθε γωνιά και εργαστήριο - delivery), η τιμή της πίτσας πήρε την κατιούσα.

Δε συνέβη όμως το ίδιο και με τα υπόλοιπα παραπληρωματικά προϊόντα του τμήματος αυτού. Η εστίαση με καθίσματα ακολούθησε σχεδόν όμοια πορεία  με την αστική εστίαση. Ίσως οι επιχειρήσεις που σταμάτησαν τις εργασίες τους να είναι πιο πολλές εδώ, και αυτό διότι μάλλον δεν είχαν ξεκινήσει με ένα αξιόλογο όραμα, και μακροπρόθεσμους στόχους. Οι φορείς τους μάλλον απέβλεπαν σε εύκολο, γρήγορο και ανέξοδο κέρδος, χωρίς να έχουν κάνει εκ των προτέρων μια σοβαρή ανάλυση της αγοράς στην οποία επιχειρούσαν να εισέλθουν.

Υπήρξε όμως και το φαινόμενο της διαφοροποίησης του προϊόντος. Μια προσπάθεια για συγκράτηση της μείωσης των τιμών πώλησης μέσω της προσφοράς ενός διαφορετικού προϊόντος, αλλά κι αυτό εικονικά, μόνο δηλαδή όσον αφορά την πρόσληψη αυτού από τον καταναλωτή.

Έτσι δημιουργήθηκαν μουράτα σουβλατζίδικα με τιμή πώληση του πιτόγυρου στο χέρι από 2,30 € έως 2,50 € το τεμάχιο.

Κι επειδή όλα σε αυτή τη χώρα ξεκινούν από το σουβλάκι και καταλήγουν σε αυτό, ας δούμε έναν πίνακα με τις τιμές για το σουβλάκι πρό του αυξημένου ΦΠΑ, την αποφορολόγησή του, και τον επανυπολογισμό της τιμής με αυξημένο ΦΠΑ.

Τιμή Πώλησης με μειωμένο Συντελεστή 13%
Αποφορολόγηση του 13%
Επαναφορολόγηση με κανονικό συντελεστή 23%
Αύξηση τιμής λόγω της διαφοράς ΦΠΑ
Τρέχουσες τιμές αγοράς κατ' ελάχιστη εκτίμηση
Απόκλιση επαναφορολογημένης με τρέχουσα τιμή πώλησης
1,40 €
1,24 €
1,52 €
8,85%
1,70 €
11,56%
1,50 €
1,33 €
1,63 €
8,85%
1,80 €
10,24%
1,60 €
1,42 €
1,74 €
8,85%
1,90 €
9,10%
1,70 €
1,50 €
1,85 €
8,85%
2,00 €
8,08%
1,80 €
1,59 €
1,96 €
8,85%
2,10 €
7,18%
1,90 €
1,68 €
2,07 €
8,85%
2,20 €
6,38%
2,00 €
1,77 €
2,18 €
8,85%
2,30 €
5,65%

Στον παραπάνω πίνακα προσπαθούμε να εμφανίσουμε σε ζώνες τα επίπεδα τιμών για το πιτόγυρο ξεκινώντας από τα φθηνότερα και καταλήγοντας σε σχετικά πιο ακριβά.

Η πρώτη στήλη μας δίνει την αρχική τιμή, πρό της αύξησης του ΦΠΑ του πιτόγυρου, ξεκινώντας από τα πιο ταπεινά σουβλατζίδικα, και καταλήγοντας στις πιο ακριβές σουβλακερί.
Η δεύτερη στήλη μας δίνει την τιμή του πιτόγυρου προ του ΦΠΑ. Αυτή δηλαδή που θεωρείται μικτό έσοδο για τον επιχειρηματία, πάνω στην οποία υπολογίζεται ο όποιος ΦΠΑ.
Στην τρίτη στήλη απλά υπολογίζουμε την τιμή που θα έπρεπε να πωλείται το πιτόγυρο με έναν απλό λογιστικό υπολογισμό ΦΠΑ 23% επί της προηγούμενης στήλης.
Στην τέταρτη στήλη βλέπουμε πόση είναι η ποσοστιαία αύξηση που προκαλείται ανάμεσα στις δυο προηγούμενες τιμές πώλησης από το γεγονός και μόνο της αύξησης του ΦΠΑ.
Στην πέμπτη στήλη παραθέτουμε κατ΄ εκτίμηση ποιες είναι οι πραγματικές τρέχουσες τιμές πώλησης για τα αντίστοιχα επίπεδα τιμών, όπως τις είχαμε θέσει εξαρχής, ανάλογα με το πόσο φθηνό ή ακριβό ήταν το σουβλατζίδικο.

Στην έκτη στήλη παρατηρούμε πόση είναι η επιπλέον αύξηση στην τελική τιμή πώλησης επί της λογιστικά υπολογισθείσας τιμής με την ανατίμηση λόγω του ΦΠΑ.

Βλέπουμε λοιπόν ότι σε αυτό το τρίτο τμήμα του κλάδου της εστίασης, αυτό του, ας το πούμε «άμεσης σίτισης», η αύξηση του ΦΠΑ λειτούργησε ως ένα εργαλείο για την υπερβάλλουσα αύξηση των τιμών καταναλωτή. Κάτι ανάλογο που είχε συμβεί, για όσους θυμούνται, με τη μετατροπή από δραχμές σε ευρώ.

Το ερώτημα που μπαίνει τώρα είναι το παρακάτω:

Σε ενδεχόμενη μείωση του ΦΠΑ της εστίασης, και επαναφορά του στα παλιά χαμηλά επίπεδα, ποιος θα ωφεληθεί και ποιος ζημιωθεί.

Η πρώτη ανάγνωση που κάνουμε είναι ότι τα έσοδα της πολιτείας θα λιγοστέψουν. Λιγότερος ΦΠΑ προς είσπραξη, λιγότερα λεφτά στα κρατικά ταμεία. Διατηρείται βέβαια η ελπίδα ότι η μείωση του ΦΠΑ θα οδηγήσει σε παράλληλη μείωση της τιμής πώλησης η οποία θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στην αύξηση της ποσότητας πώλησης, άρα στην αύξηση των εσόδων, οπότε και στην αύξηση του ΦΠΑ προς απόδοση.

Είναι ένα ερώτημα βεβαίως αν η μείωση της λιανικής τιμής πώλησης θα περάσει όλη στην κατανάλωση. Ιδιαίτερα στο πρώτο τμήμα της αγοράς της εστίασης, τον τουρισμό, όπου τα κόστη έχουν συμπιεστεί πιο πολύ σχετικά με τα υπόλοιπα τμήματα, η αύξηση του ΦΠΑ δε φαίνεται να έχει περάσει όλη στην κατανάλωση. Η ανάλογη συμπεριφορά στη διαμόρφωση της τιμής πώλησης πρέπει να αναμένεται και στην αντίστροφη διαδικασία λοιπόν. Είναι προφανές ότι μέρος της μείωσης του ΦΠΑ, δε θα διοχετευθεί σε μείωση της τελικής τιμής, αλλά θα μετατραπεί σε έσοδο του επιχειρηματία, τουλάχιστον στο βαθμό που είχε συμβεί η αντίστροφη διαδικασία με την αύξηση του ΦΠΑ.

Είναι οι δυνάμεις της αγοράς που θα οδηγήσουν στη διαμόρφωση των τιμών. Δεδομένου δε ότι η τουριστική εστίαση απευθύνεται και σε εισαγόμενο τουρισμό, θα παίξει μεγάλο ρόλο η ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τους υπόλοιπους πιθανούς προορισμούς του καταναλωτή της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Η μείωση του ΦΠΑ δε θα είναι παρά ένας δευτερεύων λεβιές, μια επικουρική βαλβίδα αποπίεσης, την οποία ο επιχειρηματίας θα χρησιμοποιήσει για να υποβοηθήσει σε δεύτερο επίπεδο, την πολιτική τιμών την οποία αποφασίζει να ακολουθήσει στην προσπάθειά του να εντάξει το προϊόν του ανταγωνιστικά στην αγορά.

Όσον αφορά δε στην εγχώρια κατανάλωση, οι τιμές έχουν ήδη ισορροπήσει σε ένα επίπεδο. Σε αυτό το επίπεδο ισορροπίας το ύψος του ΦΠΑ έχει μεν μια συμβολή, αλλά όχι την κύρια, την καθοριστική. Είναι πολλές άλλες δυνάμεις που επιρρεάζουν κυρίως τη ζήτηση της εστίασης.

Αποδεικνύεται ότι η αστική εστίαση είναι σούπερ ελαστικό προϊόν, και με το διαθέσιμο εισόδημα να μειώνεται συνεχώς, και δη το πραγματικό, το υπαρκτό, και όχι το τεκμαρτό ή το πλασματικό, η ζήτηση που συνεχώς μειώνεται δεν αφήνει πολλά περιθώρια αύξηση των εσόδων με μειωμένο ή με κανονικό συντελεστή ΦΠΑ.

Όσον αφορά το σουβλάκι, και τα δι΄ αυτού σημαινόμενα, οι τιμές όπως είδαμε εδώ έχουν ήδη ισορροπήσει σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά που θα δικαιολογούσε η αύξηση του ΦΠΑ από μόνη της. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι μια ενδεχόμενη μείωση του συντελεστή θα οδηγήσει σε μείωση της τιμής, ώστε να ωφεληθεί ο καταναλωτής, και πολλαπλασιαστικά η κατανάλωση, αλλά μάλλον σε αύξηση των εσόδων του επιχειρηματία.

Ας μην ανάγουμε λοιπόν την μείωση του ΦΠΑ της εστίασης σε Λυδία Λίθο για την οικονομική ανάπτυξη, παραβλέποντας τις δυνάμεις που στα αλήθεια καθορίζουν την ανάπτυξη του κλάδου