ΦΙΛ

ΦΙΛ

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Τι είναι η Κεντροαριστερά (Η σοσιαλδημοκρατία, οι μεταρρυθμίσεις και η ευρωπαϊκή ενοποίηση - του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη)

Κεντροαριστερά ή σοσιαλδημοκρατία; Η συζήτηση περί του όρου με τον οποίο θα αποκληθούν οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις που είναι σε εξέλιξη έχει ενδιαφέρον. Αυτό που προέχει, ωστόσο, δεν είναι οι ονομασίες αλλά η ουσία. Προσωπικά νομίζω ότι τα πράγματα είναι απλά, δεν χρειάζεται να χαθούμε στον απέραντο λαβύρινθο των λέξεων.

Ο χώρος που σήμερα προσδιορίζεται (ή θέλει να προσδιορίζεται) ως Κεντροαριστερά εκφράζει και ενσωματώνει τις αξίες, τις πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές που στην Κεντρική Ευρώπη συγκροτούν τη σοσιαλδημοκρατία στις διάφορες εκδοχές της (γερμανική, γαλλική, σκανδιναβική...): ισότητα, δικαιοσύνη, ανοχή, αλληλεγγύη, κοινωνική και πολιτική δημοκρατία και, κυρίως, αναδιανεμητικές κοινωνικές πολιτικές. Σε καμιά περίπτωση όμως η έννοια της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον κρατισμό (όπως σωστά έχει γράψει ο Γ. Σιακαντάρης, «ΤΑ ΝΕΑ», 2/7/2014), κυρίως όπως νοείται στην Ελλάδα: κομματική κατάληψη του κράτους και κυρίαρχη παρουσία του σε διευρυμένο αριθμό οικονομικών δραστηριοτήτων. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στο κράτος αναγνωρίζει σοβαρό ρόλο για την προώθηση των αξιών μέσω των αναδιανεμητικών πολιτικών και των πολιτικών δράσεων για τη διασφάλιση των κοινωνικών συλλογικών αγαθών (παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, περιβάλλον, πολιτισμός, κοινωνικό κράτος), μια νέα μεικτή οικονομία και αναγνώριση σημαντικού ρόλου στην κοινωνία των πολιτών, στους υπερεθνικούς αλλά και υπο-εθνικούς παράγοντες κ.λπ.

Η έννοια της Κεντροαριστεράς στην ελληνική περίπτωση, επομένως, (οφείλει να) εμπεριέχει τη σοσιαλδημοκρατία. Αλλά δεν μπορεί κάπως μηχανιστικά να σταματήσει εδώ. Εμπεριέχει (ή οφείλει εμφανώς να εμπεριέχει) και «κάτι περισσότερο», είτε αυτονόητο για τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο είτε μη εμφατικώς απαιτούμενο. Το «κάτι περισσότερο» στην ελληνική περίπτωση αναφέρεται σε δύο κρίσιμες, πρόσθετες συνιστώσες: (α) μεταρρυθμίσεις - μεταρρυθμιστική προσέγγιση, (β) Ευρώπη - φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση. Ειδικότερα στην Ελλάδα, η Κεντροαριστερά οφείλει να ενσωματώνει ως κύριο αυτοπροσδιοριστικό όρο τη στόχευση για τη ριζική μεταρρύθμιση όλων των παραμέτρων του πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, πολιτισμικού σχηματισμού. Η (σοσιαλδημοκρατική) προώθηση του κοινωνικού κράτους δεν μπορεί να καταλήξει στη διατήρηση ή αναπαραγωγή όλων των παθογενειών του ελληνικού εξαιρετισμού. Η εκσυγχρονιστική, μεταρρυθμιστική προσέγγιση συνιστά εκ των ων ουκ άνευ συνιστώσα της Κεντροαριστεράς.

Μια τρίτη συνιστώσα αναφέρεται στην Ευρώπη. Η Κεντροαριστερά (οφείλει να) συγκροτεί την κύρια δύναμη που εκφράζει την «Ευρωπαϊκή Ελλάδα», προωθώντας τη βαθύτερη ενσωμάτωση της χώρας στην Ενωση ως ισχυρό, ισότιμο, κανονικό κράτος - μέλος. Ταυτόχρονα εργάζεται για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης με βάση τις αξίες και το περιεχόμενο της σοσιαλδημοκρατίας. Μια τέτοια προσέγγιση έχει στόχο την ανάδειξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως ολοκληρωμένης πολιτικής ένωσης (ομοσπονδία, αν και ο όρος τείνει να θεωρηθεί ανάθεμα). Πολιτική ένωση για την Κεντροαριστερά σημαίνει τελικά συγκρότηση κεντρικών κυβερνητικών θεσμών και πολιτικών δημοκρατικά νομιμοποιημένων που θα καλύπτουν την κοινωνία και τους πολίτες. Στη βάση αυτή, η Κεντροαριστερά στοχεύει σε πλήρη δημοσιονομική και οικονομική ενοποίηση, σε προϋπολογισμό ομοσπονδιακού μεγέθους και λειτουργιών (αναδιανομής, σταθεροποίησης), σε ολοκληρωμένες πολιτικές σύγκλισης, σε ολοκλήρωση δηλαδή της ευρωζώνης αλλά και σε ολοκληρωμένη εξωτερική και αμυντική πολιτική. Ολα αυτά βεβαίως δεν πρόκειται να γίνουν με ένα «big bang» αλλά σταδιακά, ωστόσο η Κεντροαριστερά έχει σημασία να ξέρει πού στοχεύει.

Συνοπτικά, η Κεντροαριστερά εμπεριέχει αλλά δεν ταυτίζεται με τη σοσιαλδημοκρατία. Οφείλει να εμπεριέχει, επίσης, τις μεταρρυθμίσεις και την Ευρώπη. Ο Ν. Μουζέλης έγραψε παλαιότερα ότι «ο στόχος της Κεντροαριστεράς δεν είναι η υπέρβαση, αλλά ο ριζικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού». Στην ελληνική περίπτωση, στόχος πρέπει να είναι και ο ριζικός μετασχηματισμός του παθογενούς ελληνικού πολιτικού, κοινωνικού οικονομικού μορφώματος. Και ο μετασχηματισμός αυτός προϋποθέτει ισχυρή προσήλωση στη μεταρρυθμιστική/εκσυχρονιστική λογική και την Ευρώπη. Γιατί κεντροαριστερός μετασχηματισμός έξω από την Ευρώπη δεν μπορεί να υπάρξει, είτε αρέσει σε ορισμένους είτε όχι...

ΤΑ ΝΕΑ 26/9/14

πηγή: tanea.gr

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

«Η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δέχεται τον άνθρωπο όπως είναι» (μνήμη Παύλου Μπακογιάννη - από Κόκκινη Πιπεριά)

Ο Παύλος Μπακογιάννης μεγάλωσε την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου στα χωριά της Ευρυτανίας. Παρά τα οικονομικά προβλήματα της οικογενείας του, κατάφερε να σπουδάσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κάνοντας διάφορες δουλειές μαζί με τον αδελφό του για να τα βγάλουν πέρα. Η Ευρυτανία ήταν πάντα στην καρδιά του, χωρίς να ξεχνάει στιγμή τις δυσκολίες που είχε περάσει. Αυτό φαίνεται και στη μετέπειτα πολιτική του καριέρα, αλλά και στην ακαδημαϊκή του, αφού η πτυχιακή του εργασία έχει ως θέμα το δημοσιονομικό της πρόβλημα. Χωρίς να γνωρίζει καν γερμανικά, αλλά με πάθος για γνώση και μόρφωση, φεύγει για την τότε Δυτική Γερμανία και παίρνει πτυχίο Πολιτικής Οικονομίας και Πολιτικών Επιστημών των Πανεπιστημίων Μονάχου, Τύμπιγκεν και Κωστάντσας (Konstanz), στο Πανεπιστήμιο της οποίας ανακηρύχθηκε κατόπιν Διδάκτωρ των Κοινωνικών Επιστημών. Στη συνέχεια μάλιστα, δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και για 10 περίπου χρόνια διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας της Βαυαρίας. Το πρόβλημα της «μη γνώσης» γερμανικών, το παρέκαμψε με την καθημερινή τριβή με τον κόσμο αλλά και διάφορες «δουλειές του ποδαριού» του έδωσαν τη δυνατότητα και τη γλώσσα να μάθει και μεταπτυχιακές σπουδές να ολοκληρώσει.

Η ανάληψη της θέσης του Διευθύνοντα Συμβούλου στο ελληνικό πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας του Μονάχου του δίνει τη δυνατότητα να έχει καθημερινή επαφή με τους Έλληνες της Γερμανίας, ενημερώνοντάς τους μαζί με το φίλο του Μπάμπη Πραγματευτάκη για τα νέα της πατρίδας τους. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, παρουσιάζει και συγγραφικό έργο, γράφοντας παιδικό βιβλίο στα ελληνικά και στα γερμανικά με τίτλο: «Οι από πάνω» ενώ γράφει και στίχους για τραγούδια της ξενιτιάς και της εργατιάς για τους ομογενείς. Πιστεύει πως η κάθε είδηση πρέπει να μεταδίδεται σωστά και πως πρέπει να είναι όλα υπό έλεγχο, ενώ κρατάει σημειώσεις για τα πάντα.

Στο αεροδρόμιο για Ελλάδα, ο Παύλος Μπακογιάννης μαθαίνει για την ελληνική δικτατορία και επιστρέφει στο ραδιόφωνο για να ξεκινήσει αγώνα εναντίον της. Δε μένει όμως εκεί. Ξεκινά επαφές με πολιτικές ομάδες του εξωτερικού, συναδέλφους από άλλες χώρες, συνεντεύξεις σε έντυπα και τηλεόραση ενώ το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ανοίγει την «υπόθεση Μπακογιάννη» και οι πληροφορίες για το πρόσωπό του είναι συνεχείς. Μάλιστα, του αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια, αλλά αυτός δεν το βάζει κάτω. Η εκπομπή του αναμεταδίδεται σε αποσπάσματα από την Deutsche Welle και αρχίζει να γίνεται ευρέως γνωστός στην Ελλάδα, κάνοντας τη Χούντα να ανησυχεί.

Η διδακτορική του διατριβή έχει θέμα «Στρατοκρατία στην Ελλάδα» και στις 31/12/1969 φτιάχνει ειδικά για τη Χούντα, Χριστουγεννιάτικα κάλαντα:

«Αρχή μηνιά και αρχή χρονιά την πάθαν στο Παρίσι. Ψήφο δεν πήραν ούτε μια και κορυφώθηκε η κρίση γιατί σε όλων πια τα όμματα άλλη εικόνα δεν φαντάζει πως τα ανθρώπινα τα δικαιώματα συνέχεια το καθεστώς παραβιάζει. Στο Παρίσι πήγες πάλι, Πιπινέλη, δίχως διόλου να ντραπής για της Χούντας σου το Χάλι, Πιπινέλη δέχτηκες να εκτραπής Στο Παρίσι τάβρες σκούρα, Πιπινέλη, ρεζιλεύτηκες και συ Πιπινέλη, καμώνεσαι πως δεν σε μέλει για το κατάντημα Αααχ… συμφορά μεγάλη ντροπή στο Παρίσι χαλασμόοος Αααχ… διώξανε τη Χούντα, τη Χούντα ντροπή στην Αθήνα κομπασμός. Η Ευρώπη φωνάζει πολύ και η Χούντα απειλεί Την καθίσανε μια στο σκαμνί τελείωσε η υπομονή Τα είπε στα γαλλικά ο Πιπινέλης καλά, αλλάααα…Συμφορά μεγάλη, μεγάλη ντροπή, στο Παρίσι χαλασμός…».
Με τη Μεταπολίτευση, ο Παύλος Μπακογιάννης επιστρέφει στην Ελλάδα. Είναι πια παντρεμένος με τη Ντόρα Μητσοτάκη και έχει δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα ενώ στα επαγγελματικά, είναι Αναπληρωτής Διευθυντής της ΕΙΡΤ με Διευθυντή τον Δημήτρη Χόρν. Δεν έμεινε για πολύ όμως εκεί, υποστηρίζοντας πως: «Νομίζω πως η καλλίτερη υπηρεσία που προσφέραμε, ο κ. Χορν και εγώ, ήταν να κρατήσουμε το Ραδιόφωνο και την Τηλεόραση μακριά από κομματικούς επηρεασμούς και κομματικές επιδράσεις».

Ξεκινάει εκ νέου την αρθρογραφία και γράφει βιβλία με θέματα την πολιτική, την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας, την παιδεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την αναδιοργάνωση της διοίκησης, την οικονομία, το περιβάλλον κ.τ.λ. με αρκετά επικριτικό λόγο τις περισσότερες φορές, ενώ τα αποφθέγματά του μένουν στην ιστορία:

«Η δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα που δέχεται τον άνθρωπο όπως είναι», «Μπορούμε και διαφωνούμε, γιατί μπορούμε να συνυπάρχουμε», «“το ήθος της πολιτικής” είναι και προοπτικά γίνεται ήθος της κοινωνίας», «Οι φράσεις που επαναλαμβάνονται στομώνουν την κριτική σκέψη», «Σκέψου πόσο κακό έχουν κάνει τα δόγματα στην πρόοδο της ανθρωπότητας», «Ανανέωση σημαίνει επικοινωνία και όχι παραπλάνηση», «Κράτα λοιπόν όσο μπορείς ελεύθερη τη ψυχή και το μυαλό σου, ανοιχτά και για τις αυριανές σκέψεις και ιδέες σου».

Ενώ «δεν του ξεφεύγουν» ούτε οι δημοσιογράφοι: «πρώην υμνητές της Χούντας έχουν μεταβληθεί σήμερα από τις στήλες εφημερίδων σε κήνσορες της δημοκρατίας και των δημοκρατών. Έτσι, έχει αναπτυχθεί ένα είδος υποδημοσιογραφίας, που δυστυχώς καλλιεργείαται και κατευθύνεται ακόμα από αξιωματούχους του κόμματος που κυβερνάει».

Αυτό που αποζητά είναι μια δημοσιογραφία με κανόνες: Θέλει τον δημοσιογράφο να κάνει ενδελεχή έλεγχο και διαρκή έρευνα για να παρουσιάσει ένα θέμα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η άποψή του για την πολιτική της εποχής του, λέγοντας πως: «Ο Έλληνας ψηφοφόρος γνωρίζει την αδυναμία του να επιβάλλει τη θέλησή του στο κόμμα και γι’ αυτό χρησιμοποιεί τις εκλογές ως επιχείρηση τιμωρίας ή εκδίκησης. Χρησιμοποιεί τη ψήφο περισσότερο με αρνητική έννοια παρά με πολιτική».

Το περιοδικό «Ένα» του οποίου ήταν Εκδότης και Διευθυντής γνωρίζει τεράστια επιτυχία στις πωλήσεις του, αλλά ο Κοσκωτάς τον απομακρύνει από το περιοδικό.

Η αγάπη του Παύλου Μπακογιάννη για την Ευρυτανία τον κάνει να αναμειγνύει με την πολιτική και έτσι από το Νοέμβριο του 1985 μέχρι το Νοέμβριο του 1989 διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τον Ιούνιο του 1989 εκλέγεται βουλευτής της μονοεδρικής περιφέρειας της Ευρυτανίας και παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξής της το οποίο και καταθέτει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνέχεια πρωταγωνιστεί στην Κυβέρνηση Τζαννετάκη, όντας ο διαπραγματευτής μεταξύ του κόμματός του και του Συνασπισμού. Πέραν αυτών, εισηγείται στη Βουλή την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου υποστηρίζοντας πως: «Είναι η Ελλάδα, είναι ο Λαός μας, είναι η Δημοκρατία. Για την πορεία μας στο μέλλον θα πρέπει, οριστικά να αρθούν όλες οι συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και να απαλλαγούμε από δουλείες… να ψηφίσουμε ένα νόμο – μνημείο και ορόσημο – μεταξύ δύο εποχών».

Το τραγικό τέλος στη ζωή του Παύλου Μπακογιάννη ήρθε στις 26/9/1989 λίγο πριν μπει στο γραφείο του στην οδό Ομήρου, την περίοδο που η πολιτική επικαιρότητα συγκλονιζόταν από την έναρξη της διαδικασίας για την παραπομπή των πολιτικών του σκανδάλου Κοσκωτά. Η τραγική ειρωνεία είναι πως την ίδια ημέρα ήρθε η έγκριση της χρηματοδότησης για το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Ευρυτανίας. Και κάπως έτσι η «Δημοκρατία» ολοκλήρωσε το έργο της Χούντας, προσπαθώντας ίσως να «διαψεύσει» την ιστορική φράση «στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα»…

πηγή: red-pep.blogspot.gr

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Syrizance is bliss...

Εν τάξει λοιπόν. Πλέον έχει καταντήσει σα να κλέβεις παγκάρι εκκλησίας. Έτσι όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση, βάσιμη κριτική στις εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε πολίτης, οποιασδήποτε ηλικίας, φύλου, χρώματος, καταγωγής και σεξουαλικού προσανατολισμού, αρκεί να έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την Γ΄ Τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Δεν είναι δα και κανένα κατόρθωμα, να αποδείξεις ότι στα κατά καιρούς εξαγγελθέντα από τους πολιτικούς του κόμματος αυτού δεν υπάρχει λογική, συνοχή και αλληλοκάλυψη.

Οπότε γιατί ασχολούμαστε ολημερίς και ολοβραδύς προσπαθώντας να αποδείξουμε το αυταπόδεικτο; Η εύκολη απάντηση σε αυτό το ερώτημα ηχεί ήδη στα αυτιά μου. «Μα δε βλέπεις πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μόλις ένα βήμα από το να σχηματίσει κυβέρνηση; Δε βλέπεις ότι υπάρχει όλο και περισσότερος κόσμος που πείθεται από τις εξαγγελίες του και τον ανάγει σε πρώτο και βασικό παίκτη κατά το σχηματισμό της κυβέρνησης που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές; Δε βλέπεις την ανάγκη να αναστραφεί αυτή η τάση;»

Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να πούμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πληρώσει προ πολλού το ποσοτικό στοιχείο του κόμματος της αντιπολίτευσης και της διαμαρτυρίας, έχοντας φτάσει στο όριο του, αλλά δεν έχει κάνει εκείνο το ξεπέταγμα, δεν έχει καλύψει την οριακή διαφορά που θα τον περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, δεν έχει επιτύχει εκείνη την ποιοτική αλλαγή στο χαρακτήρα του που θα τον καταστήσει κυβερνητικό συντελεστή. Για αυτό και στην ουσία μένει στάσιμος στα εκλογικά ποσοστά του.

Από την άλλη μεριά, η εκλογική απήχηση που έχει βασίζεται περισσότερο στο θυμικό των ψηφοφόρων, σε ανορθολογικές παραμέτρους. Είναι φυσικό επόμενο, όποια αντιμετώπιση των εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ βασισμένη στον ορθό λόγο και σκέψη να πηγαίνει στο βρόντο. Ατυχώς, οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ ελάχιστα ενδιαφέρονται για το βάσιμο της κριτικής απέναντί του. Ενδέχεται μάλιστα, για λόγους που θα φανούν και πιο κάτω, η κριτική αυτή να τους συσπειρώνει.

Η συσπειρωτική λειτουργία όμως της εξακολουθούμενης κριτικής στο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται ότι λειτουργεί και αντίστροφα. Οι βασικοί πολιτικοί αντίπαλοί του, η Νέα Δημοκρατία κατά κύριο λόγο, αλλά και το ΠΑΣΟΚ και η  Δημοκρατική Παράταξη που βρίσκεται (μονίμως) στα σπάργανα, βολεύονται ιδιαίτερα ασχολούμενοι μονομανώς με το να αποδεικνύουν όλη την ώρα ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Και καλά η Νέα Δημοκρατία. Τόσα χρόνια αφιερωμένη στο δικομματικό παιχνίδι είναι ανίκανη πλέον να σκεφθεί κάτι νέο, ολοκληρωμένο, ώστε να αντιπαρατεθεί στις εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ με κάτι πρωτογενώς δικό της. Ζει από τον δικομματικό καυγά γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι στη φύση της πλέον.

Η σε βρεφική κατάσταση Δημοκρατική Παράταξη όμως γιατί το κάνει αυτό; Γιατί συνεχώς και επιμόνως τα οποιασδήποτε προέλευσης εν δυνάμει στελέχη της έχουν στο στόμα τους το ΣΥΡΙΖΑ; Δυστυχώς η απάντηση έρχεται από μόνη της. Γιατί δεν έχουν τι άλλο να πουν. Γιατί το να κάνει κανείς κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ είναι εύκολο, πιασάρικο, και απαλλάσσει από βαρύτερες έννοιες.

Σκοτούρες όπως δημιουργία ενός προοδευτικού μεταρρυθμιστικού φόρουμ με σκοπό την επί της ουσίας πολιτική απάντηση και με κυβερνητική προοπτική μπορεί άνετα να μπαίνει αενάως στις καλένδες. Ενωτικές ενέργειες καθίστανται κοντόφθαλμα αχρείαστες. Αφού η κριτική στο ΣΥΡΙΖΑ μας κάνει και κερδίζουμε πόντους ο ένας από τον άλλο μεταξύ μας, τι νόημα έχει να κάτσουμε σε ένα στρογγυλό τραπέζι και να βγάλουμε ένα ενωτικό, ρεαλιστικό, κοινά αποδεκτό πρόγραμμα, το οποίο θα καταστήσει οριστικώς τα φληναφήματα του ΣΥΡΙΖΑ για τα σκουπίδια;

Μα αυτά τα φληναφήματα είναι που μας δίνουν ζωή. Όσο μπορώ και αποδεικνύω πόσο κακός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ υπάρχω. Όταν χρειαστεί να βγάλω κάτι εξ αρχής δικό μου για να του αντιπαραθέσω ο λόγος ύπαρξης μου σταματά.

Η σημερινή κατάσταση της κεντροαριστεράς, της ευρύτερα αποδεκτής δημοκρατικής φιλοευρωπαϊκής προοδευτικής παράταξης, είναι ευτυχισμένη μες στη στασιμότητά της επειδή υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να πούμε απλά, όχι άλλο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι θέμα attitude. Πρέπει η κεντροαριστερά, η ευρύτερα αποδεκτή δημοκρατική φιλοευρωπαϊκή προοδευτική παράταξη, ενωμένη, να θέσει τους κανόνες του παιγνιδιού, και όχι να άγεται και να φέρεται από το τι είπε ο Σταθάκης, ο Μηλιός, ο Λαπαβίτσας και ο Λαφαζάνης, όσο και αν αυτό τη σπρώχνει σε μια γλυκιά ευδαιμονία.

Σε αντίθεση όμως με τα παραπάνω, υπάρχει οπωσδήποτε ένα σημείο στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα, κάθετα και με απόλυτη εναντίωση. Στις θεσμικές δημοκρατικές εκτροπές στις οποίες οδηγούν τα στελέχη του τη χώρα, όπου αναλαμβάνουν θεσμική εξουσία.

Το τελευταίο συμβάν με την αντίθεση των δημάρχων του ΣΥΡΙΖΑ στην εντολή του Υπουργού για έλεγχο των πλαστών πτυχίων είναι ένα εξώφθαλμο παράδειγμα του πόσο δημοκρατική αντίληψη έχει περί της θεσμικής εξουσίας ο ΣΥΡΙΖΑ. Δε θα ήθελα να καταφύγω σε κοινοτοπία του τύπου « οι θεσμοί είναι που στηρίζουν τη δημοκρατία» παρ΄ όλο που κατά βάθος την πιστεύω.

Είναι όμως βασικό όταν μας ζητάει ο κάτι προϊστάμενος μας σε μια, οποιαδήποτε, ιεραρχία, να το εκτελούμε, διότι έτσι αποδεικνύουμε ότι σεβόμαστε, όχι τον προϊστάμενό μας σα πρόσωπο, για τον οποίο μπορεί να έχουμε τη χειρότερη γνώμη, αλλά το θεσμό τον οποίο υπηρετούμε ενταγμένοι σε κάποιο σημείο της ιεραρχίας του. Εάν δε θεωρούμε ότι αυτό στο οποίο καλούμαστε να ανταποκριθούμε είναι άδικο, τότε υπάρχουν δημοκρατικοί θεσμικοί τρόποι αντίδρασης.

Με αντιδράσεις όμως σαν κι αυτή που επέδειξαν οι δήμαρχοι του ΣΥΡΙΖΑ το μόνο που επιτυγχάνουμε, εκτός βέβαια από το να προστατέψουμε όσους άδικα ευνοούνται από τη μη εφαρμογή της, είναι να δείξουμε το πόσο αντιπαθείς μας είναι οι θεσμοί οι οποίοι στηρίζουν τη δημοκρατία μας. Και ρωτώ; Υπάρχει καλύτερη πάσα από αυτή για τη Χρυσή Αυγή που καραδοκεί καρφιτσωμένη στην τρίτη θέση των προγνώσεων για το εκλογικό αποτέλεσμα; Αν μη τι άλλο, τέτοιες θεσμικές παρεκτροπές η Χρυσή Αυγή από τη φύση της μπορεί να τις κάνει καλύτερα, απλούστερα, καθαρότερα. Το καλύτερο για αυτήν είναι να της ανοίγει το δρόμο ο ΣΥΡΙΖΑ με τέτοιου είδους αντιδράσεις.

Εμού του ιδίου

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Νεοελληνικός Αντιφιλελευθερισμός ή πώς να αλλάζετε τα πάντα χωρίς να αλλάξετε τίποτα ( του Θεόδωρου Ζαρέτου)

Την τελευταία πενταετία, αποτέλεσμα της οικονομικής/δημοσιονομικής κρίσης ήταν και η εμφάνιση του πολιτισμικού ελλείμματος στη σχέση μας με τους θεσμούς,  την υπεράσπιση της ελευθερίας, των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Οι περιπέτειες του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και του συμφώνου συμβίωσης φτάνουν για να το επιβεβαιώσουν.

Το πρόβλημα δεν γεννήθηκε από και με την κρίση.

Είναι παλιό, λειτούργησε ως παράγοντας έλευσής της και στη συνέχεια εμποδίζει το ξεπέρασμά της. Εμποδίζει την αλλαγή πολιτικής ατζέντας, διοικητικού μοντέλου, αποπαρασιτοποίησης των δημοκρατικών θεσμών, δημιουργίας ανοικτής οικονομίας ικανής να προσαρμόζεται στις γρήγορες αλλαγές συνθηκών παραγωγής πλούτου.

Συνεχίζουμε να βαδίζουμε σκοντάφτοντας  στα προνεωτερικά κατσάβραχα υπεράσπισης μιας «εθνικόφρονος ανεξαρτησίας», μέσα σ’ έναν κόσμο ραγδαίας ανατροπής των παραδοσιακών εθνικών συνόρων και των αντίστοιχων εθνικών φαντασιακών κατασκευών.

Συνεχίζουμε την αντιφατική πορεία μας στα μονοπάτια μιας ανατολικής δεσποτικής παράδοσης, προσπαθώντας να «ανήκουμε» στον δυτικό φιλελεύθερο κόσμο!

Είναι παλιά και ριζωμένη η αντίληψη ότι ο εκ δυσμών φιλελεύθερος  εκσυγχρονισμός αποτέλεσε και αποτελεί παράγοντα αφαίρεσης της ανεξαρτησίας της υπόστασης και της…. ψυχής μας.

Όπως παρατηρεί ο Κωστής Μοσκώφ, μαρξιστής ιστορικός και διανοητής, «… οι λαϊκές μάζες θα αμύνονται σε τούτη τη δυτικοποίηση, που επιτάσσει η οικονομική λειτουργία του συστήματος και που τους αφαιρεί την ανεξαρτησία της υπόστασής τους, ενώ η συντήρηση, το ελλαδικό κατεστημένο, θα αφεθεί να δεθεί σε ένα ιδεολογικό σύστημα φιλελεύθερο, που είναι ουσιαστικά όργανο στην κυριάρχηση από το σύστημα της εξελιγμένης Ευρώπης»! (1)


Καθορίζοντας τη μορφή και το περιεχόμενο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο μεταπρατικός Φαναριώτικος κοσμοπολιτισμός και κατά μείζονα λόγο ο συντηρητικός κοινοτισμός των Προεστών, των Κοτζαμπάσηδων και των Οπλαρχηγών του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όσα και αν πρόσφεραν, στάθηκαν τελικά εμπόδιο στον αστικό εκσυγχρονισμό (που κατά τα άλλα επέλεξαν ως μοναδική λύση για τη βιωσιμότητα του μετεπαναστατικού κράτους).

Το αποτέλεσμα ήταν ένας ατελής αστικός εκσυγχρονισμός ανίκανος να δημιουργήσει φαντασιακές κατασκευές ικανές να υποστηρίξουν και να αρμολογήσουν την εθνική μας ολοκλήρωση με τις Ευρωπαϊκές γενέθλιες στιγμές της νεωτερικότητας.

Οι αξίες του ελληνοκεντρισμού και της εθνικής εξαιρετικότητας,  αποδείχτηκαν μη συμβατά συστήματα με τον δυτικότροπο εκσυγχρονισμό, αφασικά ιδεολογήματα, ανίκανα να στηρίξουν το συντονισμό του πολιτισμικού μας βήματος με τις φιλελεύθερες κοινωνίες.

Τα αίτια αυτού του πολιτισμικού συντηρητισμού βρίσκονται μεταξύ άλλων και στην κυριαρχική επικράτηση της ορθοδοξίας ως εθνικής ιδεολογίας ως «μικρής λαϊκής καταφυγής» που μέσα στις τεράστιες πολιτισμικές Οθωμανικές μυλόπετρες έλαβε επιβιωτικά φαντασιωτικά χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο της ορθοδοξίας ως αυθεντικού τρόπου ζωής, ο δυτικός Λόγος παρέμεινε πάντοτε ο φτωχός συγγενής της ανατολικής Φωνής περιορίζοντας τα όρια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στην αυθεντία του ορθόδοξου ιερατικού προσηλυτισμού.

Ο ασφυκτικός για την εκπαίδευση εναγκαλισμός με την  εκκλησία είναι πολύ παλιός.
Η επιλογή του Κου Τσίπρα να αρχίσει τον προεκλογικό του αγώνα από το Άγιον Όρος, δείχνει μεταξύ άλλων ότι αυτός ο εναγκαλισμός θα συνεχιστεί.

Ενώ ο δυτικός Λόγος είναι η θεμελιωτική προϋπόθεση της νεωτερικής σκέψης, η ορθόδοξη ανατολική Φωνή κατανοώντας το άτομο ως δυϊσμό πνεύματος και ύλης, προτρέπει ως σωτηριολογική αυθεντία, στον επί γης διαχωρισμό της φυσικής «ακάθαρτης» υπόστασης, ως υποχρεωτική διαδικασία θέωσης-καθαρισμού του πνεύματος και προετοιμασία του για την ουράνια αιωνιότητα, λειτουργώντας τελικά ως τείχος  όπου συντρίφτηκε κάθε προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεών μας με τον σύγχρονο φιλελεύθερο, ατομικισμό.

Όπως παρατηρεί ο Στέλιος Ράμφος, «οι πιεστικοί αναγκασμοί του κοινωνικού και πνευματικού εκσυγχρονισμού μιας κοινωνίας η οποία εγκατέλειψε τη μοίρα της Ανατολής για να στραφεί στη Δύσι, αλλά άφησε πίσω την ψυχή της, διαμόρφωσαν τις συνθήκες ενός διχασμού, όπου το αίσθημα υπονομεύει την λογική και η λογική εκδικείται το αίσθημα, με αποτέλεσμα ένα ρητορικό και εύθραυστο συμβιβασμό των δύο. Το πράγμα θα διέφερε, αν το εκσυγχρονιστικό αίτημα συνοδευόταν από δημιουργική πρόσληψι του παρελθόντος, όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη, οπότε η νεοελληνική κοινωνία κατήντησε να παραπαίει μεταξύ νοσταλγίας και μιμήσεως παράγοντας και αναπαράγοντας ένα τεράστιο κενό ιστορικού παρόντος, που ενεργεί στους κόλπους της διαλυτικά έως αποσυνθετικά». (2)
Ο Ελληνικός πολιτισμός όπως και πολλοί άλλοι  ανατολικοί πολιτισμοί, φαίνεται ότι ως σύνολο απέκτησε πολύ γρήγορα μεν έναν υψηλό βαθμό ωριμότητας, μία μεγάλη δηλαδή εσωτερική ενότητα και συνοχή, αλλά με μια αναπόδραστη υστέρηση ως προς την αναπαραγωγή του εαυτού του.
Υστέρηση που εκδηλώνεται μέχρι και σήμερα:
  1. Ως απροθυμία μετακίνησης (ακινησία) που μας καταδικάζει σε μία άχρονη σχέση με την εξέλιξη, σε μία στάσιμη αποφθεγματική πρόσληψη της Δύσης  σε δαιμονοποίηση του φιλελευθερισμού και ασυνείδητη τελικά απόρριψη της Καντιανής κατηγορικής προσταγής «πράξε έτσι ώστε ο κανόνας για την πράξη σου να μπορεί να αποτελέσει οικουμενικό νόμο». Το ασαφές για τον νεοέλληνα σύνορο ανάμεσα στη νομιμότητα και την ανομία εκτείνεται σε ιστορικό βάθος.

  1. Ως ευκολία υιοθέτησης των σύγχρονων αντιδιαφωτιστικών δυτικών   θεωριών που επαναθεμελιώνονται στον ανορθολογισμό. Η προσπάθεια αποδόμησης της Βεμπεριανής «πίστης στην νομιμοποίηση» ως της σημαντικότερης άυλης πηγής της ελευθερίας, από τους Γάλλους ακαδημαϊκούς ανορθολογιστές, υιοθετήθηκε άνετα από την ελληνική αριστερή διανόηση, αφού της πρόσφερε τη διττή παραμυθία διαφοροποίησης και από τον φιλελεύθερο «αστικό ακαδημαϊσμό» και διατήρησης της γενέθλιας Λενινιστικής (στην ουσία θεοκρατικής), εγγενώς αντιφιλελεύθερης μήτρας ιδεών. Ο Πάππας ως επόμενος σταθμός στον θρησκευτικό τουρισμό του Κου Τσίπρα δείχνει μεταξύ άλλων και την αγεφύρωτη πια απόσταση της ελληνικής αριστεράς από τον κοσμικό δυτικό Νεωτερικό Λόγο.

  1. Ως αδυναμία της ελληνικής διανοητικής ελίτ να διακρίνει και να κατανοήσει ότι το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Αντιδιαφωτισμού πήγασε από τον φόβο του φιλελεύθερου πνεύματος που ανέτειλε στο Νέο Κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αντιαμερικανισμός εξελίχθηκε σε αυτοτελή ιδεολογία εντός της ελληνικής κοινωνίας. Όπως γράφει ο Richard Wolin:  «Ιδιαίτερα στις τάξεις των Αντιδιαφωτιστών, η απόρριψη κάθε τι αμερικανικού ήταν μια πολύ συνηθισμένη στάση. Διότι όπως συνειδητοποίησε ο φιλελεύθερος αριστοκράτης Αλέξης ντε Τοκβίλ η επιτυχία της πολιτικής δημοκρατίας στο Νέο Κόσμο σήμανε το τέλος του ancient regime». (3)*
Αυτές όμως οι υστερήσεις αποτέλεσαν ταυτόχρονα το πλέγμα σχέσεων όπου το «θέλω» αντικατάστησε το «πρέπει». Αλλά έτσι άνοιξε και ο δρόμος ώστε η πραγμάτωση της ελευθερίας να σχετίζεται, όχι με το δημόσιο συμφέρον αλλά με τη διαπάλη ιδιωτικών/ατομικών συμφερόντων που πια εκτείνονται σε βάθος ιστορικού χρόνου.  Σε τέτοιες και σε παρόμοιες συνθήκες η ιστορία  μας έχει διδάξει ότι η δημοκρατία και η ελευθερία δεν έχουν ευδοκιμήσει. Όπως παρατηρεί ο Heinrich Winkler, η κυριότερη αδυναμία την περίοδο της Βαϊμάρης,  βρίσκεται «στην ιστορική καθυστέρηση της πραγμάτωσης της ελευθερίας τον 19ο αιώνα, ή-για να το θέσουμε αλλιώς-στον ασύμμετρο πολιτικό εκσυγχρονισμό της Γερμανίας, δηλαδή τον πρώιμο εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος και τον καθυστερημένο εκδημοκρατισμό του συστήματος διακυβέρνησης». (4).

Η δική μας αδυναμία κίνησης και  προσαρμογής, η αδυναμία πολιτικού εκδημοκρατισμού, η καθ ημάς υστέρηση πραγμάτωσης της ελευθερίας, έχουν παρ’ όλη τη χρονική απόσταση από το μακρινό ’33 και τις διαφορετικές συνθήκες, κοινή ιδεολογική απέχθεια προς τον φιλελευθερισμό.
Εκφραζόμενη αυτή η απέχθεια με την έλευση της κρίσης στη χώρα μας ως  αντιδυτικισμός και εξελισσόμενη από αντιαμερικανισμό σε αντιευρωπαϊσμό,  αναδείχθηκε στην ισχυρότερη εμμένουσα αντιφιλελεύθερη λαϊκή ιδεολογία, ιδεολογία που υιοθετούν καταγωγικά οι συντηρητικοί πολιτικοί σχηματισμοί  και φυσικά ο παλαιοκομμουνιστικός και νεοκομμουνιστικός χώρος με την ιδεοληπτική εμμονή τους στην φενάκη του διεθνισμού του προλεταριάτου, ως αντίπαλου δέους στον κοσμοπολιτισμό του (δυτικού) κεφαλαίου. (5)
Στον σοσιαλδημοκρατικό χώρο υπάρχει αμφισημία που κατά τη μεταπολίτευση γίνεται έντονη. Κατά την πρώτη απόπειρας ώριμης(;) σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ, η αμφισημία αυτή των μηνυμάτων, των ιδεών και των πολιτικών που εφαρμόστηκαν μετάτρεψε την ιστορική εχθρότητα προς τις φιλελεύθερες ιδέες σε «επίσημη» κρατική ιδεολογία, προσδίδοντας στον αντιδυτικισμό  κωμικοτραγική μορφή και περιεχόμενο, αφού ανήκαμε μεν  στη Δύση αλλά ξέραμε(!) ότι αυτή δεν είναι παρά ένα αντιλαϊκό σύστημα που αποτελούνταν από τα δύο αντιδραστικά συνδικάτα, την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ, γι αυτό και στα πλαίσια μιας περήφανης και ευφυούς εξωτερικής πολιτικής χρησιμοποιούσαμε ως αντικαπιταλιστικά-αντιμονωπολιακά αντίβαρα, ιδεολογικές και πολιτικές συγκλίσεις με τον Τίτο, τον Αραφάτ και  τον Καντάφι που ήταν…. αδέσμευτοι!
Ίσως και αντιαυταρχικοί, συγκρινόμενοι με τους ολοκληρωτιστές των ΕυρωΑμερικανικών μονοπωλίων!

Κάθε ομοιότητα με τον έξαφνα ΑντιΝατοϊκό προεκλογικό κουρνιαχτό που σήκωσε ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να θεωρηθεί απλή σύμπτωση.

Τα χρόνια της κρίσης όμως, έχουν κινητοποιήσει μέρος της διανόησης προς την κατεύθυνση σοβαρής μελέτης του φαινομένου, για να υποστηρίξει  την άποψη ότι πυλώνας του εκσυγχρονισμού μπορεί και πρέπει να είναι η φιλελευθεροποίηση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.
Παράλληλα εκδηλώθηκε μία πρωτοφανής αμυντική ιδεολογική και πολιτική κινητοποίηση όσων έχουν συμφέρον να διατηρηθεί το αναχρονιστικό και αχρονικό αντιφιλελεύθερο νεοελληνικό ancient regime  στη διακυβέρνηση, στη νομοθέτηση, στη δικαιοσύνη και κατά λογική συνέπεια στην κρατική διοίκηση και στη συνολική σφαίρα της οικονομίας, δημόσιας και ιδιωτικής.
Η λυσσώδης αυτή αντίσταση αποκάλυψε, σε συνθήκες ελεγχόμενης οικονομικής χρεοκοπίας, το μέγεθος της πολιτισμικής παθογένειας, αναδεικνύοντας νέους παίκτες στο πολιτικό προσκήνιο, με κοινό σημείο αναφοράς τους τον λαϊκισμό και την ανερμάτιστη ή/και κυνική χρήση των αντιφιλελεύθερων αντανακλαστικών της Ελληνικής κοινωνίας.
Στο πλάι τους ο απροκάλυπτος θηριώδης φασισμός εγκληματικών στοιχείων καταγόμενων πολιτικά από το ελληνικό παρακράτος και ιδεολογικά εμπνεόμενος από την υπεροχή της φυλής και του αίματος, συμπλήρωσε το θηριωδώς αντιφιλελεύθερο σκηνικό.
Η παράλληλη εκτόξευση των ποσοστών ΣΥΡΙΖΑ και ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ μπορεί να έχει αφορμή τα πραγματικά εκρηκτικά προβλήματα που βιώνει το μεγαλύτερο μέρος των ελλήνων πολιτών, αλλά αιτία τους παραμένει αναμφίβολα η εγγενής εχθρότητά μας προς τον φιλελευθερισμό, την Καστοριαδική αυτονομία και την Ποπεριανή «ανοικτή κοινωνία», προϋποθέσεις όλες του αναγκαίου επαναθεμελιωτικού εκσυγχρονισμού.

Ο ευρύτερος προοδευτικός πολιτικός χώρος που τάσσεται υπέρ του εκσυγχρονισμού δεν δείχνει ικανός να ομογενοποιηθεί ώστε να αντέξει την πολιτική και ταυτόχρονα υποχρεωτική ιδεολογική αναμέτρηση  με τις αντιφιλελεύθερες δυνάμεις του ενιαίου μετώπου δεξιού συντηρητισμού, νεοκομμουνιστικού ριζοσπαστισμού και νεοφασιστικής εθνικοφροσύνης.
Την ίδια στιγμή το μικρό τμήμα της αριστεράς που δηλώνει εκσυγχρονιστικό δεν μπορεί να υπερβεί ούτε καν τις συμπληγάδες του κρατισμού και της λάγνας «μιμικής της αναδιανομής» υπό την επίκληση ενός μεσσιανικού Κεϋνσιανισμού, εντελώς άγνωστου στον ίδιο τον Κέυνς.
Όμως η άμμος στην κλεψύδρα, δυστυχώς για τα πιο αδύναμα οικονομικά και πολιτισμικά στρώματα του πληθυσμού, τρέχει σε ανθρώπινο και όχι σε ιστορικό χρόνο.

Όπως έδειξε και η εξαγγελία του πολιτικού «προγράμματος» του ΣΥΡΙΖΑ, ενδεχόμενη έλευσή του στην κυβερνητική εξουσία δεν θα είναι παρά η οριστική θραύση της κλεψύδρας. (6)



(1) «Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα» Σύγχρονη Εποχή 1978, σελ.28

(2) «ΤΟ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ ΤΙΠΟΤΑ. Φιλοκαλικά ριζώματα του νεοελληνικού μηδενισμού» Αρμός 2010, σελ 25. (η ορθογραφία όπως στο πρωτότυπο κείμενο)

(3) «Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ: Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό». ΠΟΛΙΣ 2007 σελ 447.
* Ο Wolin αναφέρεται στο βιβλίο του ντε Τοκβίλ (1840) «Η Δημοκρατία στην Αμερική» ελληνική έκδοση ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ.
(4) «Βαϊμάρη: Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933» ΠΟΛΙΣ 2011 σελ 339-340

(5) «Ο κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου και ο διεθνισμός του προλεταριάτου» ήταν το αλήστου μνήμης βιβλίο του Έρικ Πλετνιοφ, 1976 εκδόσεις «ΜΝΗΜΗ» στις σελίδες του οποίου βρίσκουμε όλον τον αντιφιλελεύθερο πυρήνα της ιδέας του προλεταριακού διεθνισμού.

(6) Ετυμολογικά η λέξη κατάγεται από το κλέπτω+ύδωρ. Η πιο παλιά κλεψύδρα της γραπτής ιστορίας βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του βράχου της Ακρόπολης. Όταν κατά την ύστερη Μυκηναϊκή εποχή έγιναν οχυρωματικά έργα στην Ακρόπολη η κλεψύδρα διαμορφώθηκε ώστε να μπορεί να παρέχει νερό στους εντός των τειχών.
Αυτό το απαραίτητο για την επιβίωσή μας «πολιτικό ύδωρ» χρειάζεται να το φροντίσουμε εμείς οι ίδιοι γιατί η Ευρώπη δεν είναι υδροφόρα/αντίδοτο στη διαρκή ξηρασία στην οποία οδηγεί τη χώρα μας ο αντιεκσυγχρονισμός ως έκφραση του αντιφιλελευθερισμού.

πηγή: metarithmisi.gr

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ρεαλισμός του ισχυρού (του Παντελή Καψή)

Αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο ενός παλαιού μας γνωστού, του Χένρι Κίσινγκερ. Οπως ήταν αναμενόμενο στάθηκε αφορμή για έναν νέο γύρο κριτικής στην τόσο αμφιλεγόμενη πολιτική του όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών του Νίξον.
Εκπρόσωπος της «ρεαλιστικής» σχολής, έχει κατηγορηθεί ως υπεύθυνος για την ανοχή, αν όχι τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε βαρύτατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παραδόξως όμως η σκέψη του έχει παρά πολλά κοινά με όσους σήμερα στην Ελλάδα υποστηρίζουν τη Ρωσία απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ουκρανία.

Οπως είναι γνωστό η κριτική που γενικότερα ασκείται στις ΗΠΑ, στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ είναι ότι ουσιαστικά προκάλεσαν την αντίδραση της Ρωσίας, επιχειρώντας να την «περικυκλώσουν» με το να αποσπάσουν από τη σφαίρα επιρροής της τη Γεωργία παλιότερα και την Ουκρανία τώρα.

Η κριτική αυτή έχει βάση κι είναι χαρακτηριστικό ότι δεν την εκφράζουν κάποιοι περιθωριακοί αλλά και εκπρόσωποι συντηρητικών «δεξαμενών σκέψης» στις ΗΠΑ - όπως το προπύργιο του διπλωματικού κατεστημένου, το περιοδικό «Foreign Affairs». Η λογική είναι απλή. Αν αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας -λένε- το δικαίωμα να ορίζουμε τα της αυλής μας (δόγμα Μονρόε), τότε δεν μπορεί να μη σεβόμαστε τις εξίσου νόμιμες ανησυχίες της Ρωσίας. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει; Το πρόβλημα είναι βέβαια ότι σε μια τέτοια προσέγγιση δεν υπεισέρχεται καθόλου ο παράγων δημοκρατία και εθνική κυριαρχία. Αν οι πολίτες της Ουκρανίας θέλουν να μπουν στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ενωση; Αν, όπως η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, θεωρούν ότι η μεγαλύτερη απειλή στην ανεξαρτησία τους είναι ο Πούτιν; Ποιος μπορεί να τους στερήσει το δικαίωμα να μπουν σε όποια συμμαχία επιλέξουν;

Προφανώς πρόκειται για απλουστευτική προσέγγιση. Ποτέ τα πράγματα δεν είναι άσπρο - μαύρο, η Ουκρανία δεν είναι Σκοτία κι η διάλυση της σοβιετικής αυτοκρατορίας ήταν αναπόφευκτο να έχει ωδίνες. Οταν όμως από τον χώρο της διπλωματίας μεταφερόμαστε στη στρατιωτική εισβολή, τότε τι λέμε και κυρίως τι κάνουμε;

Το ζήτημα αφορά ευθέως την Ελλάδα. Γιατί βέβαια είναι ένα πράγμα η «συμπάθεια» προς τη Ρωσία στα κοινωνικά δίκτυα και είναι τελείως διαφορετικό η ανοχή σε παραβιάσεις συνόρων έστω και υπό την κάλυψη ανταρτών.

Ζώντας στη γνωστή ευαίσθητη γειτονιά μας θα ήταν αστείο να ασπαστούμε τον ρεαλισμό του ισχυρού ή τις σφαίρες επιρροής ή ακόμα περισσότερο το δικαίωμα όποιος έχει μειονότητες σε γειτονικές χώρες να μπορεί να παραβιάζει τα σύνορα και να επεμβαίνει για να τις προστατέψει.
Αυτόν ακριβώς τον ρεαλισμό τον πλήρωσε με το παραπάνω η Κύπρος όταν υπουργός -να μια ωραία ειρωνεία- ήταν ο Χένρι Κίσινγκερ. Προφανώς το έχουν ξεχάσει όσοι με τέτοια ευκολία σήμερα ζητούν να φύγουμε από το ΝΑΤΟ ή στέλνουν επιστολές στον Πούτιν, εκλιπαρώντας τον να μας εξαιρέσει από τα αντίποινα.

Πηγή: ethnos.gr

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Η παιδαγωγική στο δημοτικό σχολείο (του Ευθύμιου Δημόπουλου)

Σε αδρές γραμμές η μεταπολιτευτική ιστορία του ελληνικού σχολείου ακολουθεί την εξής διαδρομή: το αυταρχικό σχολείο υποχωρεί και τελικά καταρρέει υπό την επίδραση μιας μακράς περιόδου πολιτικού και εκπαιδευτικού εκδημοκρατισμού. Η εξέλιξη αυτή ανταποκρίνεται τόσο στα μεταπολιτευτικά πολιτικά δεδομένα της χώρας όσο και στην ανάγκη προσαρμογής του ελληνικού δημοτικού σχολείου στο νέο αντιαυταρχικό και μαθητοκεντρικό παιδαγωγικό παράδειγμα. Ωστόσο, όπως και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής, η φάση αυτή εξελίχθηκε ασύμμετρα και παρήγαγε νέα προβλήματα.

Όσοι σπουδάσαμε και δουλεύουμε ως δάσκαλοι και παιδαγωγοί γνωρίζουμε καλά ότι κεντρικός στόχος της νεότερης Παιδαγωγικής είναι η εξασφάλιση παιδαγωγικής ατμόσφαιρας στη σχολική τάξη. Με τον όρο παιδαγωγική ατμόσφαιρα αναφερόμαστε σε μια συγχορδία ερεθισμάτων, καταστάσεων, σχέσεων και δράσεων που λειτουργούν ως προϋποθέσεις αγωγής και μάθησης. Οι προϋποθέσεις αυτές που έχουν την αφετηρία τους στις παραδόσεις της ρουσσωικής και αντιαυταρχικής αγωγής είναι ο σεβασμός της παιδικής φύσης, η ελευθερία επιλογών και έκφρασης του παιδιού, η εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας και η ψυχική ικανοποίηση του μαθητή στον χώρο του σχολείου. Ταυτόχρονα όμως η σύγχρονη παιδαγωγική υπογραμμίζει πως οφείλουμε να καλλιεργούμε συστηματικά στην παιδική προσωπικότητα τις αρχές της αυτοπειθαρχίας, του σεβασμού των συλλογικών κανόνων και ορίων, της τήρησης των υποχρεώσεων, της οργάνωσης του χώρου και του χρόνου της μάθησης. Αυτά τα δύο σκέλη, οι δύο όψεις του παιδαγωγικού έργου αλληλοεξαρτώνται. Πρέπει να ισορροπούν κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή, σε κάθε παιδαγωγικό πρόβλημα που διαχειριζόμαστε.

Όμως η ισορροπία αυτή διαταράσσεται στο σημερινό ελληνικό δημοτικό σχολείο. Υπερτροφεί ρητορικά το πρώτο σκέλος («αντιαυταρχικό») ενώ το δεύτερο (σεβασμός των κανόνων και των ορίων) υποσιτίζεται και ατροφεί ολοένα. Αποτέλεσμα, μια ιδιότυπη παιδαγωγική με χαρακτηριστικά φοβικά, ενοχικά και υπερπροστατευτικά διαχέεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και αναπαράγει εγωκεντρικά παιδιά που δυσκολεύονται να ενταχθούν σε ομαδικά πλαίσια και να επεξεργαστούν την έννοια των ορίων. Τα παιδιά που αντιλαμβάνονται τη σχολική τάξη ως προέκταση του οικογενειακού living room ή της πλατείας της γειτονιάς αυξάνονται.

Αντιλαμβανόμαστε ως δάσκαλοι πως ο πειθήνιος μαθητής που παρακολουθεί με τα χέρια σταυρωμένα δεν είναι το ζητούμενο και ότι η διάπλαση της ανώριμης παιδικής φύσης είναι επαγγελματικό μας καθήκον, αλλά δεν πρόκειται για αυτό. Αναφερόμαστε σε μια συνθήκη όπου τα κρούσματα ενδοσχολικής βίας πολλαπλασιάζονται, όπου εμπεδώνεται από πολλά παιδιά μια αντίληψη ασυλίας ακόμη και για ενέργειες που λειτουργούν διαλυτικά στη σχολική ζωή, όπου ο εκπαιδευτικός διάλογος για τους περισσότερους μαθητές σημαίνει «θέλω να μιλήσω αλλά όχι να ακούσω», όπου ο καθαρός διδακτικός χρόνος μειώνεται όλο και περισσότερο από διαρκείς παραινέσεις συμμόρφωσης, όπου οι μαθητές οι οποίοι εκδηλώνουν ενδιαφέρον για μάθηση και αναζήτηση δυσανασχετούν και ταλαιπωρούνται, παρόλο που το δημόσιο σχολείο οφείλει να υπερασπίζεται τόσο τον αδύναμο όσο και τον καλό μαθητή.

Πολλοί βέβαια θα αντιτείνουν πως γι’ αυτή την εξέλιξη δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνο το σχολείο αλλά ένα πλήθος άλλων παραγόντων (οικογενειακή αγωγή, τηλεόραση, μαζική κουλτούρα, πρότυπα κ.τ.λ.). Σωστά, αλλά το σχολείο αφενός πρέπει να περιφρουρήσει την αυτοτέλεια του κοινωνικού του προορισμού και να μην παραδοθεί αμαχητί και αφετέρου έχει τις δικές του ευθύνες, οι οποίες κάθε άλλο παρά αμελητέες είναι. Ποιες είναι αυτές;

Πρώτον, η πρόσληψη της αντιαυταρχικής αγωγής στην ελληνική εκπαίδευση υπήρξε επιφανειακή και μονομερής. Η επίσημη παιδαγωγική διαχείριση της σχολικής καθημερινότητας καταναλώνεται σε έναν πομπώδη αντιαυταρχικό ρητορισμό ο οποίος πρακτικά μεταφράζεται σε μια άνευ όρων επιβράβευση και υπερπροστασία των παιδιών και υποτιμάται η εκπαιδευτική προσπάθεια για βαθμιαία ανάληψη ευθυνών εκ μέρους των παιδιών, στόχος που βρίσκεται στον φιλοσοφικό πυρήνα της αντιαυταρχικής αγωγής. Θα ορίζαμε αυτή τη διαχείριση ως παιδαγωγικό λαϊκισμό. Το γεγονός οφείλεται τόσο στην ανεπάρκεια των στελεχών εκπαίδευσης (διευθυντές, σχολικοί σύμβουλοι, διευθυντές περιφερειών) που παρήγαγαν τα κομματικά δίκτυα όσο και σε μια γενικευμένη διάθεση όλων (των δασκάλων συμπεριλαμβανομένων) να «μην μπλέξουν» με παρεμβατικούς γονείς. Σε αυτό το πλαίσιο το δημοτικό σχολείο ουσιαστικά είτε «εξόρισε» από την εφαρμοσμένη παιδαγωγική του μέτρα συνεπειών για προβλήματα συμπεριφοράς είτε δεν επεξεργάστηκε τρόπους διαχείρισης αυτών των συμπεριφορών. Κατά συνέπεια η αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων επαφίεται στον επαγγελματικό πατριωτισμό του κάθε δασκάλου, το ζήτημα δεν αντιμετωπίζεται μέσω ενός ευρύτερου σχολικού ή συστημικού σχεδιασμού. Και όμως ο σύλλογος διδασκόντων και η σχολική μονάδα, ως σύνολο, μπορούν να σχεδιάσουν κανόνες, να θέσουν όρια και να τα υπερασπιστούν με σθένος.

Δεύτερον, σοβαρό σύμπτωμα του «παιδαγωγικού λαϊκισμού» αποτελεί και ο τρόπος με τον οποίο κατανοείται ο ρόλος του δασκάλου σε σχέση με τον μαθητή. Με βάση μια ρηχή «παιδαγωγική» νοοτροπία ο δάσκαλος σήμερα συχνά προσδιορίζεται ως φίλος, ως δεύτερος γονέας του μαθητή και όχι ως ένας «σημαντικός άλλος» που χρειάζεται να καθοδηγεί τον μαθητή, αναλαμβάνοντας ευθύνες κοινωνικοποίησης και εκπαίδευσης. Μια επιπόλαιη μαθητοκεντρική ερμηνεία εξομοιώνει το δάσκαλο με τον μαθητή, κάνοντας κακό και στους δύο. Θα συμφωνήσουμε πως ο δάσκαλος οφείλει να συμπαραστέκεται και να εμψυχώνει τον μαθητή αλλά παράλληλα πρέπει να είναι ακριβοδίκαιος κριτής και μέντορας της εκπαιδευτικής προσπάθειας του παιδιού. Αν ο δάσκαλος παραιτηθεί από τη δεύτερη  διάσταση του ρόλου του θα πάψει να υπηρετεί και την πρώτη. Ο μαθητής δεν ζητά στο πρόσωπο του δασκάλου ένα φίλο που θα τον κολακεύει ή ένα γονιό που θα  τον κανακεύει, δεν ζητά αυτό που ο Freire εύστοχα αποκαλεί «πατερναλιστική περιποίηση», αλλά ένα δάσκαλο - παιδαγωγό ο οποίος εμπιστεύεται ανυπόκριτα τις λανθάνουσες δυνάμεις του και εργάζεται συστηματικά για την απελευθέρωσή τους. Η σχέση δασκάλου-μαθητή δεν απαιτεί εξομοίωση αλλά σεβασμό των ρόλων, χωρίς σε καμία περίπτωση αυτό να συνεπάγεται έλλειψη ταπεινοφροσύνης από τον δάσκαλο.
Τρίτον, ιδιαίτερη πτυχή της ευθυνόφοβης και λαϊκίστικης παιδαγωγικής αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο το δημοτικό σχολείο διαχειρίζεται τη βαθμολόγηση της σχολικής επίδοσης των μαθητών και ιδιαίτερα αυτών των μεγαλύτερων τάξεων. Ως δάσκαλοι αναγνωρίζουμε πως τίποτε δεν είναι πιο αποκαρδιωτικό για τα παιδιά από την επανειλημμένα αρνητική βαθμολογία, πως η βαθμολόγηση δεν πρέπει να λειτουργεί τιμωρητικά, πως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτυπώσει πλήρως τη γκάμα δυνατοτήτων του μαθητή. Είναι όμως άλλο αυτό και άλλο να καταλήγουμε σε βαθμολογίες-παρωδία για να μην κακοκαρδίσουμε τους γονείς και να αντιπαρέλθουμε τις πιέσεις τους. Είναι άλλο να αναζητούμε κριτήρια και τεχνικές που θα μας βοηθήσουν σε μια ουσιαστικότερη αξιολόγηση και άλλο να μοιράζουμε αφειδώς πλαστές αριστείες με κωμικά παρεπόμενα (π.χ. όπως στην επιλογή των σημαιοφόρων όπου συχνά υποψήφια είναι η μισή τάξη) για να αποκοιμώνται μακάρια οι μαθητές και να αποπροσανατολίζονται οι γονείς. Η ευθυνόφοβη αυτή στάση οδήγησε στην καθίζηση των μηχανισμών αξιολόγησης στο δημοτικό σχολείο, σε λάθος συμπεράσματα και εκφύλισε μέσω του πληθωρισμού την αξία της αριστείας, των πρωτείων και της διάκρισης.

Τέταρτον, υπάρχει οπωσδήποτε πρόβλημα περιεχομένων διδασκαλίας και διδακτικών μεθόδων. Πολύ συχνά τα παιδιά του δημοτικού σχολείου αντιδρούν στη συνθήκη του μαθήματος με αδιαφορία και εκνευρισμό, γιατί το μάθημα είναι πληκτικό και οι μέθοδοι του ελληνικού σχολείου πεπαλαιωμένες. Πράγματι η μετωπική διδασκαλία εξακολουθεί να κυριαρχεί όπως και οι απαιτήσεις απομνημόνευσης ενώ συχνά μεγάλο τμήμα μελέτης και εργασιών μεταφέρεται στο σπίτι. Αντιθέτως η βιωματική διδασκαλία, η ομαδοσυνεργατική, το πείραμα, το «project» βρίσκονται σε εμβρυώδη κατάσταση στο ελληνικό δημοτικό σχολείο. Χρειάζεται να δουλέψουμε ομαδικά για να κατορθώσουμε τις νέες διδακτικές μεθόδους αλλά να έχουμε υπόψη μας ότι η υστέρηση που παρουσιάζεται δεν συμβαίνει μόνο για λόγους αδιαφορίας των εκπαιδευτικών ως προς τις νέες μεθόδους αλλά και γιατί η «τεχνογνωσία» των νέων στρατηγικών μάθησης παραμένει εν πολλοίς άγνωστη, αφού οι ίδιες οι διδακτικές παραστάσεις των δασκάλων κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών τους δεν περιλαμβάνουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Έτσι συχνά η εφαρμογή τους διολισθαίνει στον φορμαλισμό ή προκαλεί απογοήτευση με αποτέλεσμα γρήγορα να επανερχόμαστε στη «σιγουριά των δοκιμασμένων διδακτικών».

Από την άλλη όμως πλευρά, όταν αναφερόμαστε στο βαρετό σχολείο ως παράγοντα εκνευρισμού των παιδιών, είναι χρήσιμο να έχουμε και επίγνωση των ορίων της εκπαιδευτικής συνθήκης. Η άποψη που περιγράφει τη μάθηση ως μια αποκλειστικά χαρμόσυνη συνθήκη κινείται στα όρια της φαντασίωσης. Η εκπαίδευση, η κάθε είδους μαθητεία (επαγγελματική, αθλητική, καλλιτεχνική, επιστημονική) δεν υπήρξαν ποτέ διαδικασίες αμιγώς ευφρόσυνες, έχουν αργούς ρυθμούς και περιλαμβάνουν προσπάθεια, αποτυχία, επανάληψη και μόχθο.

Κανείς δάσκαλος-παιδαγωγός δεν αναπολεί το σχολείο της βέργας, της φάπας και των προσβολών για να επιτύχει συμμετοχή και πειθαρχία αλλά και κανένα εκπαιδευτικό περιβάλλον δεν μπορεί να είναι λειτουργικό χωρίς σεβασμό των κανόνων και των ορίων. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους μαθητές μας, ας προσπαθήσουμε να τους εμφυσήσουμε μέσα από τη σχολική ζωή αυτό το πνεύμα χωρίς να υπερβάλλουμε και χωρίς να κολακεύουμε.

* O Ευθύμης Δημόπουλος είναι δάσκαλος.
 πηγή: protagon.gr

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Ποια εναλλακτική λύση για την ελληνική οικονομία; (του Φίλιππου Σαχινίδη)

Η παρουσίαση θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την επανεκκίνηση της οικονομίας και τη στήριξη οικονομικά ασθενέστερων πολιτών, αποτέλεσε την αφορμή για μια συζήτηση επί των προβλημάτων της οικονομίας και αξιολόγησης των προτάσεων που κατατίθενται από τα κόμματα για την αντιμετώπισή τους.

Ας δούμε ποια είναι τα δεδομένα. Η ελληνική οικονομία έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δίδυμων ελλειμμάτων. Για πρώτη φορά έχει πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα και πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η εξουδετέρωση αυτών των ανισορροπιών έγινε με μεγάλο τίμημα σε όρους εθνικού εισοδήματος, με τη σωρευτική απώλεια να προσεγγίζει το 25%. Αλλά και απασχόλησης, με περισσότερους από 1,3 εκατ. άνεργους που στην πλειονότητά τους είναι μακροχρόνια άνεργοι. Οι κοινωνικές ανισότητες εντάθηκαν και ένα σημαντικό μέρος των πολιτών βρέθηκε κάτω από το όριο της φτώχειας.

Η αποτελεσματικότητα των λύσεων που προτείνονται, σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ορθή διάγνωση των αιτιών που οδήγησαν στην κρίση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι κυρίως πρόβλημα περιορισμένης ζήτησης. Επομένως, προτεραιότητα δίδεται στην αποκατάστασή της μέσω τριών καναλιών:

• Μέσω της αύξησης των δημοσίων επενδύσεων.

• Μέσω της αύξησης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα και της χορήγησης 13ης σύνταξης σε όσους έχουν σύνταξη κάτω από 700 ευρώ.

• Τέλος, μέσω της μείωσης της φορολογίας, ώστε να αυξηθεί το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα.

Αυτή είναι η κλασική συνταγή για να αντιμετωπίσεις συνθήκες περιορισμένης ζήτησης και έχει διαπιστωθεί ότι έχει τη μέγιστη αποτελεσματικότητα όταν εφαρμόζεται σε σχετικά κλειστές οικονομίες, που έχουν δικό τους εθνικό νόμισμα.

Πόσο αποτελεσματική, όμως, μπορεί να είναι αυτή η πολιτική, όταν είσαι μέλος της Ευρωζώνης; Η εμπειρία, τουλάχιστον στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι αρνητική. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. επί Καραμανλή αύξησε τα ελλείμματα μεταξύ 2007 και 2008, χωρίς να καταφέρει να αποτρέψει την ύφεση. Το 2009 η κυβέρνηση της Ν.Δ. διπλασίασε το έλλειμμα στο 15,5% αλλά η ύφεση αυξήθηκε στο 3%.

Αρα, ένα πρώτο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι ότι ο εθνικός κεϊνσιανισμός σε αντίθεση με τις θεωρητικές προβλέψεις δεν είναι πάντα και παντού αποτελεσματικός στην αντιμετώπιση της ύφεσης, ειδικά σε νομισματικές ενώσεις.

Επιπρόσθετα, προϋποθέτει ότι έχεις πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων για να χρηματοδοτήσεις τη δημοσιονομική επέκταση. Βεβαίως, όταν αντιμετωπιστεί η κρίση, οφείλεις να αφήσεις τις αριστερές σελίδες του Κέινς και εφαρμόζεις τις δεξιές σελίδες. Παράγεις δημοσιονομικά πλεονάσματα για να μειώσεις το χρέος, που δημιουργήθηκε όσο αντιμετώπιζες την ύφεση με ελλείμματα. Κάτι που απέφυγαν να κάνουν σοσιαλιστικές και δεξιές κυβερνήσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια και διατηρούσαν ελλείμματα ακόμη και με υψηλούς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αυξάνοντας το χρέος.
Ενα ερώτημα, λοιπόν, είναι γιατί ο εθνικός κεϊνσιανισμός δεν πέτυχε μεταξύ 2007 - 2009. Η απάντηση βρίσκεται αν κοιτάξει κανείς την πορεία ενός άλλου δείκτη της οικονομίας. Του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Το 2007 το έλλειμμα ήταν στο 14,5% του ΑΕΠ. Τι σημαίνει αυτό; Οτι η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων δεν ενίσχυε την εγχώρια οικονομία αλλά τις εισαγωγές. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παρήγαγε η χώρα δεν έβρισκαν θέση στα ράφια των ανταγωνιστριών χωρών αλλά ούτε και στα δικά μας ράφια. Οι εισαγωγές, που αυξάνονταν κατακόρυφα μέσω της αύξησης της δημόσιας δαπάνης, οδηγούσαν σε κλείσιμο επιχειρήσεων και σε καταστροφή θέσεων εργασίας στην Ελλάδα και στη δημιουργία θέσεων εργασίας στο εξωτερικό. Με άλλα λόγια, η οικονομία ήταν σε λάθος πορεία.

Αν η χώρα είχε εθνικό νόμισμα θα είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος των κερδοσκοπικών πιέσεων πολύ πριν από το 2009. Στο παρελθόν, το 1983, το 1985 η Ελλάδα με πολύ μικρότερο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών υποχρεώθηκε να ακολουθήσει σκληρές πολιτικές προσαρμογής. Τώρα δεν είχε εθνικό νόμισμα. Στο βαθμό, όμως, που οι αγορές συνέχιζαν να δανείζουν τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα μπορούσαμε να χρηματοδοτούμε ένα μη διατηρήσιμο έλλειμμα και εξωτερικό χρέος.

Μόλις οι συνθήκες στις διεθνείς αγορές άλλαξαν, η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές σε αποδεκτό επιτόκιο και αναζήτησε στήριξη από θεσμικούς πιστωτές έναντι ενός προγράμματος προσαρμογής. Το πρόγραμμα τελειώνει το 2014 και η χώρα θα αντλεί κεφάλαια από τις αγορές.
Αν, λοιπόν, επαναλάβουμε τη συνταγή του 2007 - 2009 είναι πιθανό να δούμε και πάλι αύξηση των εισαγωγών και αύξηση στο κόστος δανεισμού με περιορισμένα οφέλη για την οικονομία και την απασχόληση. Με ακριβό δανεισμό δεν θα υπάρξει δυνατότητα ούτε για εφαρμογή μέτρων ανακούφισης των οικονομικά ασθενέστερων, που πρέπει να είναι προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης.

Η λύση, για να μπορέσει η χώρα να αντιμετωπίσει τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα με βιώσιμο τρόπο, βρίσκεται στην αναδιάρθρωση του παραγωγικού προτύπου. Μέσω της προσέλκυσης ιδιωτικών κυρίως επενδύσεων σε τομείς της οικονομίας που είναι ανταγωνιστικοί και εξωστρεφείς.

Η Ελλάδα από το 2007 αποεπενδύει. Ο κρατικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει πρόγραμμα νέων επενδύσεων της τάξης των 30 δισ. στην επόμενη τριετία - τετραετία για να αποκατασταθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας.

Χρειάζεται, λοιπόν, να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον ευνοϊκό για προσέλκυση επενδύσεων, ώστε και μέσα από τη σταθεροποίηση της κατανάλωσης, κυρίως, μέσω πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οικονομία να ανακάμψει και να αλλάξει παραγωγικό προσανατολισμό.

Με λίγα λόγια, η ύφεση στην Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπιστεί με ομοσπονδιακό κεϊνσιανισμό, με διευρωπαϊκά έργα και με αύξηση της κατανάλωσης στον Βορρά. Η αλλαγή όμως του παραγωγικού προτύπου είναι μόνο δική μας ευθύνη.

Οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκκωφαντικά σιωπηλές, ως προς το σκέλος της τόνωσης της ζήτησης μέσω ιδιωτικών επενδύσεων. Ως προς τα κίνητρα και τα αντικίνητρα που θα επιταχύνουν τον παραγωγικό αναπροσανατολισμό της οικονομίας. Η σιωπή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Εχει ιδεολογικές αφετηρίες, ως προς τον ρόλο των ιδιωτικών επενδύσεων σε μια μεικτή οικονομία και υπονομεύει την αξιοπιστία των θέσεων αυτών ως αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων.

* Ο κ. Φίλιππος Σαχινίδης είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ, πρ. υπουργός Οικονομικών.

πηγή: kathimerini.gr

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

5 μαθήματα προς την Ελλάδα από το σκωτσέζικο δημοψήφισμα (του Βασίλη Καραγιάννη)

Στο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας είχαμε μία καθαρή επικράτηση του «ΟΧΙ στην ανεξαρτησία». Το δημοψήφισμα ανοίγει το δρόμο για την ενίσχυση των εξουσιών στο σκωτσέζικο κοινοβούλιο, αλλά και τη δημιουργία κοινοβουλίων σε άλλες περιοχές, όπως στην Αγγλία. Όλα δείχνουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο οδηγείται σε μία ομοσπονδιακού τύπου διακυβέρνηση.

Επίσης, η εξέλιξη είναι πολύ θετική και για το επόμενο μεγάλο δημοψήφισμα για την παραμονή της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή ¨Ένωση. Κι αυτό γιατί α) οι φιλοευρωπαϊκές ψήφοι της Σκωτίας θα φανούν χρήσιμες στην κρίσιμη ψηφοφορία β) το σχήμα του better together που επικράτησε στο σκωτσέζικο δημοψήφισμα, προσέλκυσε άγγλους πολιτικούς που ήταν παραδοσιακά ευρωσκεπτικιστές και γ) η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να παραμείνει η Μεγάλη Βρετανία ως έχει.

Θα έλεγα ότι η περίπτωση της Σκωτίας στέλνει 5 μαθήματα προς την Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα:

1. το πόσο εύκολα μπορείς να δεις μία ιστορική, δημοκρατική χώρα να διαλύεται . Εάν στο δημοψήφισμα επικρατούσε το ΝΑΙ στην ανεξαρτησία, η Μεγάλη Βρετανία πιθανόν να διαλυόταν. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τη Σκωτία θα ακολουθούσαν στην ανεξαρτησία και οι Ουαλία, Βόρεια Ιρλανδία. Και είναι εξαιρετικά πιθανό, ότι το αποτέλεσμα της απόσχισης της Σκωτίας θα προκαλούσε διασπαστικές κινήσεις και σε άλλες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έπραξε πολύ σωστά, κι όπου απαιτήθηκε να λάβει θέση, αυτή η θέση ήταν σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Κι ότι σε όλες τις φάσεις, ήταν μέρος της λύσης κι όχι μέρος του προβλήματος.
Θα έλεγα ξεκάθαρα, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βοήθησε με την ουδέτερη στάση της, στο να παραμείνει η Μεγάλη Βρετανία ως μία χώρα.

2. το πως μπορείς να δώσεις πολιτική λύση σε ένα θέμα ακολουθώντας δημοκρατικές διαδικασίες, κι αποφεύγοντας εντάσεις ή έκτροπα.
Κατά αρχήν το σκωτσέζικο δημοψήφισμα δεν ήταν κάτι το ευκαιριακό. Δεν ήταν στο πλαίσιο κάποιας οικονομικής κρίσης όπως ατυχέστατα πήγε να προκληθεί πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα, σε σχέση με το ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, το σκωτσέζικο δημοψήφισμα ήταν αποτέλεσμα μίας μακροχρόνιας εξελικτικής διαδικασίας, η οποία συμπεριλάμβανε συνεχείς διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στη δημιουργία του σκωτσέζικου κοινοβουλίου και στη σταδιακή παροχή εξουσιών σε αυτό. Από αύτη την άποψη, οι εντάσεις που πιθανόν να είχαν προκληθεί λόγω της πίεση χρόνου, αποφευχθήκαν
Αλλά δεν είναι μόνο το γεγονός ότι οι διαφορετικές απόψεις για όλα τα θέματα παρατέθηκαν ξεκάθαρα στους ψηφοφόρους. Δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι οι τρεις αρχηγοί των μεγάλων κομμάτων του κοινοβουλίου υπέγραψαν πριν το δημοψήφισμα, ένα κείμενο με εγγυήσεις/υποσχέσεις, το οποίο δημοσίευσαν στο σκωτσέζικο τύπο.
Είναι το γεγονός, ότι οι οπαδοί των δυο πλευρών διαδήλωναν τις αντίθετες απόψεις τους, κρατούσαν τα πλακάτ τους δίπλα-δίπλα, ειρηνικά και χωρίς έκτροπα ή ταραχές. Και δεν αναφερόμαστε σε απλές βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές αλλά σε εκλογική διαδικασία που αφορά την απόσχιση ή την παραμονή, δηλαδή την ανεξαρτησία της χώρας.

3. το πως μπορείς να διαπραγματεύεσαι για το καλό του τόπου σου χωρίς να εκτροχιάζεις την πολιτική διαδικασία
Με το αποτέλεσμα, οι Σκωτσέζοι όχι μόνο δεν διέλυσαν τη Μεγάλη Βρετανία αλλά κέρδισαν συγκεκριμένες εξουσίες στην κατεύθυνση της αυτονομίας, όπως σε θέματα διαχείρισης του προϋπολογισμού και της φορολογίας. Είναι σημαντικό ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, οι δύο πλευρές δεν σταμάτησαν να διαπραγματεύονται με συγκεκριμένες θέσεις. Και είναι επίσης κομβικής σημασίας το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου δημοσιεύτηκαν οι νέες αλλαγές στην κατεύθυνση της αυξημένης αυτονομίας, οι οποίες συμφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.
Οι Σκωτσέζοι δεν προσήλθαν με μία "όλα ή τίποτα" διαπραγματευτική τακτική, η οποία είναι προσφιλή στα ελληνικά λαϊκιστικά κόμματα. Κι όταν είδαν ότι η διαπραγματευτική τακτική απέφερε αποτελέσματα, επέλεξαν τον αξιοπρεπή συμβιβασμό από τη διάλυση των πάντων. Σε αυτό βεβαία βοήθησε και το γεγονός ότι η πλευρά της ανεξαρτησίας δεν παρουσίασε ένα αξιόπιστο σχέδιο, ειδικά στο τμήμα που αφορούσε το νόμισμα της επόμενης ημέρας.

4. το πως μπορείς να είσαι πατριώτης, χωρίς να είσαι εθνικιστής.

Είναι ξεκάθαρο ότι το αποτέλεσμα κέρδισε η μεγάλη, μετριοπαθής πλειοψηφία, η οποία σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε να ψηφίσει.
Είναι ενδεικτικό ότι η συνολική συμμετοχή στις κάλπες έφτασε το 85%. Όπως είναι σημαντικό το γεγονός ότι η μεγαλύτερη πόλη Γλασκώβη (το προπύργιο του Ναι στην ανεξαρτησία) είχε προσέλευση 75%, ενώ το Εδιμβούργο (προπύργιο του Όχι στην ανεξαρτησία) είχε προσέλευση 85%. Αυτό σημαίνει ότι οι Σκωτσέζοι όταν συνειδητοποίησαν το διακύβευμα στην οικονομία και τα κενά σε θέματα ασφάλειας, άμυνας που θα δημιουργούταν από μία ενδεχόμενη απόσχιση τους από τη Μεγάλη Βρετανία, αποφάσισαν να πάνε στις κάλπες, ως μία κίνηση εκδήλωσης του πατριωτισμού τους.
Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό το τι συνέβη αλλά αναφερόμαστε σε μία περιοχή της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία ενώ επιλέγει να έχει διαφορετική εθνική ομάδα στο ποδόσφαιρο και να ψέλνει με πάθος τον εθνικό ύμνο της Σκωτίας “o flower of Scotland” στο γήπεδο, δέχεται μέσω του δημοψηφίσματος να παραμείνει μέρος της ένωσης. Κι αυτό γιατί πιστεύει ότι έτσι επιτάσσει το πατριωτικό καθήκον.

5. το πως η οικονομική και πολιτική αλληλεξάρτηση έχει αυξηθεί σε τόσο σημαντικό βαθμό, ώστε να αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική προοπτική για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης.
Στο πλαίσιο αυτό, κάθε κίνηση επιστροφής στο καθεστώς του κράτους έθνους, κρίνεται από τους ίδιους τους πολίτες, ως οικονομικά και πολιτικά ασύμφορη κι άρα ως απαγορευτική. Είναι ξεκάθαρο ότι την αυξημένη προσέλευση του δημοψηφίσματος, διευκόλυνε το γκαλόπ της προηγούμενης εβδομάδας, το οποίο έδειχνε να προηγείται το Ναι στην Ανεξαρτησία.
Αλλά, εάν εκείνη η δημοσκόπηση ήταν ο καταλύτης, το αίτιο της επικράτησης του «Όχι στην ανεξαρτησία» ήταν η αύξηση της αβεβαιότητας που προκάλεσε η διολίσθηση της στερλίνας, η εκροή κεφαλαίων από την βρετανική οικονομία και οι δηλώσεις σημαντικών σκωτσέζικων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και εταιριών ότι θα μεταφέρουν κεντρικές υπηρεσίες εκτός Σκωτίας.

Σε γενικές γραμμές, θα έλεγα ότι οι Βρετανοί με τη στάση και πολιτική συμπεριφορά τους, δίδαξαν για μία ακόμα φορά, τι σημαίνει κοινοβουλευτισμός και δημοκρατικές διαδικασίες. Γι' αυτόν και για μία σειρά άλλους λόγους, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται τη Μεγάλη Βρετανία, όπως η Μεγάλη Βρετανία χρειάζεται την Ευρωπαϊκή Ένωση
Κι αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για το επόμενο μεγάλο δημοψήφισμα που αφορά την παραμονή της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκής Ένωση, το οποίο έχει προγραμματιστεί για το 2017.

Πηγή: athensvoice.gr

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Κάτι τελευταίο (Για την ΕΛΙΑ και τη Δημοκρατική Παράταξη)



Για την ΕΛΙΑ και τη Δημοκρατική Παράταξη δε θα μιλήσω άλλο.

Περνάω στο στάδιο της κριτικής υποστήριξης διότι τα σημάδια που βλέπω δεν είναι ευοίωνα. Ακολουθείται αυτούσια η ίδια συνταγή. Υποτίθεται ότι έγινε μια προσπάθεια, από την οποία θα βγαίναν κάποια συμπεράσματα. Μέσα από αυτά θα βλέπαμε τι είναι σωστό, τι πρέπει να αλλάξει, ποιο είναι το ποιοτικό στοιχείο που μας λείπει, ώστε η προσπάθεια αυτή να αγκαλιάσει περισσότερο κόσμο.

Η χθεσινή ανακοίνωση υποστήριξης επιβεβαιώνει απλά τη θεωρία μου για τα lemmings. Σχεδιασμοί, μετρήσιμοι στόχοι, πλάνα, πολιτική, είναι εκτός πεδίου. Πάμε για τη δημοκρατική παράταξη, με την ίδια νοοτροπία που πήγαμε για τη Ελιά. Υπάρχει κάποιος που να έχει στο μυαλό του με τη συμμετοχή ποιών δυνάμεων ακριβώς θα θεωρηθεί πετυχημένη η δημιουργία της Δημοκρατικής Παράταξης; Όχι. Η νοοτροπία είναι πάμε κι ότι βγει. Με σημαία τον Βενιζέλο, προστάτη το Σημίτη, και οδηγούς την παραδοσιακή κεντροαριστερή νομενκλατούρα. Όπως και πριν. Και τον (αμφίβολο) Λυκούδη για ξεκάρφωμα.

Το στάδιο αυτό πρέπει να το αφήσουμε πίσω μας όμως. Έτσι θα φάμε τα μούτρα μας. Οι επόμενες εκλογές θα είναι αποκαλυπτικές από πολλές απόψεις.

Υπάρχουν δυο Ελλάδες. Πάντα υπήρχαν. Η αναχρονιστική, συντηρητική, βολεμένη Ελλάδα, και η Ελλάδα που αναζητά το καινούριο, που θέλει να αλλάξουν οι δομές, που θέλει να δημιουργήσει. Ας πούμε ξεκάθαρα με ποια είμαστε και τι θα κάνουμε γι αυτήν την Ελλάδα. Τίποτα άλλο. Σε αυτή τη βάση πρέπει να φτιαχτεί η Δημοκρατική Παράταξη. Πρώτα οι στόχοι και τα πρόσωπα σε δεύτερη μοίρα.

Εμού του ιδίου

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Περιμένοντας τον ΣΥΡΙΖΑ



— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να φθάσει σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα φθάσει σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Ο ΣΥΡΙΖΑ σαν έλθει θα νομοθετήσει.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα φθάσει σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό του. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα φθάσει σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τον ΣΥΡΙΖΑ.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θα φθάσει σήμερα·
        κι αυτός βαρυέτ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήλθε.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως ΣΥΡΙΖΑ πια δεν υπάρχει.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς ΣΥΡΙΖΑ.
 Το κόμμα αυτό ήταν μια κάποια λύσις.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Η πρεσβεία ήταν γεμάτη... με άδεια μυαλά (του Γιώργου Σιακαντάρη)

Πριν λίγες μέρες ήρθε στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο μια πρόσκληση για την οργάνωση πορείας διαμαρτυρίας προς την ουκρανική πρεσβεία. Οι «αριστεροί» διοργανωτές υποστήριζαν ότι η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Κιέβου που αποτελεί μια σύμπραξη νεοφιλελεύθερων και φασιστών με την αμέριστη υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων ΗΠΑ, Ε.Ε, ΝΑΤΟ και του ΔΝΤ, πέρασε ρατσιστικούς νόμους κατά των μειονοτήτων, απαγόρεψε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας, διώκει τους αριστερούς, καταδιώκει τους ρωσόφωνους και έχει εγκαθιδρύσει ένα γνήσιο φασιστικό καθεστώς.

Δυστυχώς στην έκκληση για την πορεία δεν συμμετείχαν και διάφοροι σεπτοί ορθόδοξοι ιεράρχες, γιατί τότε αυτοί θα υπενθύμιζαν στους οργανωτές πως εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει ο καθολικισμός, ο προτεσταντισμός και ο σιωνισμός, οι οποίοι έχουν βάλει στο μάτι τα ιερά και τα όσια της ορθοδοξίας. Αν και η επίκληση του πανταχού παρόντος εβραιο-σιωνισμού μπορούσε να γίνει και από τους ίδιους τους οργανωτές, μοναδικούς υποστηρικτές της «προοδευτικής» Χαμάς και των παραφυάδων αυτής.

Σ’ ένα μόνο μέμφομαι τους οργανωτές, ξέχασαν να μας υπενθυμίσουν ότι οι φασίστες ηγέτες της Ουκρανίας εδώ και χρόνια έχουν δολοφονήσει δεκάδες δημοσιογράφους και άλλους διαφωνούντες, συλλαμβάνουν χωρίς εισαγγελική άδεια πολίτες επειδή διαφωνούν με το ουκρανικό καθεστώς Πούτιν, έχουν οργανώσει σωρεία στημένων δικών όπου καταδικάζονται οι διαφωνούντες και αθωώνονται οι φονιάδες τους, ευθύνονται για καθημερινές εξαφανίσεις πολιτών, θεωρούν την ομοφυλοφιλία αμαρτία και έγκλημα, φυλακίζουν την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ξέχασαν επίσης να αναφέρουν πως η Ουκρανία και όχι η Ρωσία εισέβαλε στην Τσετσενία, αυτή καταπιέζει κάθε μουσουλμανική κοινότητα, αυτή εισέβαλε στη Γεωργία και της αφαίρεσε εδάφη, αυτή υποκίνησε τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν και τέλος αυτή εισέβαλε στον εαυτό της, την Ανατολική Ουκρανία χρησιμοποιώντας ρώσους πράκτορες και στρατιωτικούς.

Ας σοβαρευτούμε. Αυτό που ξεχνούν τα «μυαλά» των οργανωτών είναι ότι πίσω από το ουκρανικό ζήτημα βρίσκεται ο ρωσικός μεγαλοϊδεατισμός και επεκτατικός εθνικισμός. Ένας εθνικισμός που τόσα χρόνια κρύβονταν πίσω από κομμουνιστικές επαγγελίες και σήμερα παρουσιάζεται ως ένα μείγμα μάτσο, «αρρενωπότητας» και ανδροφροσύνης, ορθοδοξίας, αντιαμερικανισμού και αντιδυτικισμού.

Μα, θα αναρωτηθούν κάποιοι «καλοπροαίρετοι», δεν έχει το γεωπολιτικό δικαίωμα ο Πούτιν και η Ρωσία να αποτρέψουν την εγκαθίδρυση γειτονικών καθεστώτων που τους απειλούν με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ; Μα τι λέτε, «φίλτατοι»; Στο όνομα μάλιστα της Αριστεράς; Από πού και ως πού οι λαοί πρέπει να εντάσσονται στις συμμαχίες που θέλει ο ισχυρός γείτονάς τους; Και τότε πού είναι το δικαίωμα κάθε λαού να διαλέγει τους συμμάχους του, ανάλογα με το τι νομίζει ότι τον συμφέρει και όχι με γνώμονα το τι θέλει ο ισχυρός γείτονας; Είναι η άρνηση του δικαιώματος της εθνικής αυτοδιάθεσης αριστερή πολιτική; Φταίνε το ΝΑΤΟ και η ΕΕ γιατί κάποιοι λαοί κουβαλώντας τόσα χρόνια εθνικής, κοινωνικής, οικονομικής καταπίεσης αναζητούν σήμερα συμμαχίες που θα τους ασφαλίζουν έναντι τέτοιων γειτόνων; Ξεχνούν οι φίλτατοί μας «αριστεροί» τι έχουν γράψει κάποιοι τόσο δεξιοί όσο οι Μπακούνιν, Κροπότκιν, Μαρξ για την αιώνια καταπίεση των γειτονικών στη Ρωσία λαών από τον διώκτη κάθε αριστερής και φιλελεύθερης φωνής τον τσαρικό εθνικισμό; Και μήπως άλλαξαν όλα αυτά επί κομμουνισμού; Ας ρωτήσουν πάλι τους τσέχους, τους ούγγρους, τους πολωνούς, όλους τους λαούς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που για σαράντα χρόνια βίωσαν ένα από τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα που γνώρισε η ανθρωπότητα. Ας τους ρωτήσουν και θα μάθουν ότι ο συνεκτικός ιστός του σοβιετικού κομμουνισμού ήταν ο ρωσικός εθνικισμός. Ανανεωμένη και αναπροσαρμοσμένη προς το χειρότερο, συνέχεια αυτού του εθνικισμού είναι το καθεστώς Πούτιν.

Ας μη κρύβονται οι οργανωτές πίσω από μεγαλόσχημες αναφορές στον ουκρανικό φασισμό. Τα ποσοστά των ουκρανών φασιστών κυμαίνονται στο 2%. Αυτοί που διαμαρτύρονται έξω από την ουκρανική πρεσβεία δεν το κάνουν γιατί θέλουν να σώσουν τους ουκρανούς, τους ρώσους, τις μειονότητες από τον φασισμό. Θα έπρεπε να γνωρίζουν πως οι εκεί μειονότητες, συμπεριλαμβανόμενων των ελλήνων, αυτό που φοβούνται περισσότερο είναι η ρωσική κυριαρχία. Διαμαρτύρονται γιατί θέλουν το καθεστώς Πούτιν στο οποίο βλέπουν να πραγματοποιούνται τα μύχια όνειρά τους. Βλέπουν να πραγματώνονται εκεί οι ιδέες του αντιαμερικανισμού, του αντισημιτισμού, του αυταρχισμού. Βλέπουν τη δική τους «ορθοδοξία» να επικαλύπτει τον πλουραλισμό. Και για τον οπαδό κάθε είδους μονιστικής ορθοδοξίας, ο πλουραλισμός είναι φασισμός και ο ολοκληρωτισμός είναι αριστερό ιδανικό.

Πίσω από τις αξίες και τις αρχές του πουτινικού αντιδημοκρατικού καθεστώτος κρύβονται οι υπερασπιστές των φονιάδων της Σρεμπρένιτσα, των βομβαρδιστών του Σεράγεβο, του Σαντάμ, του Καντάφι, ακόμη και των τζιχαντιστών. Γιατί όλοι αυτοί βλέπουν σήμερα στον Πούτιν το ίνδαλμά τους, τον εκπρόσωπο του μίσους κατά του διαφορετικού (ομοφυλόφιλου, ετερόδοξου, αλλόδοξου). Βλέπουν τον εκφραστή της περιφρόνησης προς την αστική φιλελεύθερη δημοκρατία, της περιφρόνησης προς το αυτόνομο και αυτοκαθοριζόμενο άτομο. Βλέπουν το φόβο έναντι της ελευθερίας. Στο πρόσωπό του βλέπουν ένα καθεστώς που ζει από τον πόλεμο και χωρίς αυτόν είναι ένα τίποτα. Στο πρόσωπό του βλέπουν το σύνθημα που συγκλόνιζε τους φαλαγγίτες του Φράνκο: «Ζήτω ο Θάνατος». Ο θάνατος των άλλων είναι για όλους αυτούς ζωή. Η μισαλλοδοξία είναι ζωή. Το δέντρο της δικής τους θεωρίας δεν είναι γκρίζο, όπως έγραφε ο Γκαίτε για τα κλειστά θεωρητικά συστήματα, είναι μαύρο, κατάμαυρο.

Φυσικά εκφραστές μιας τέτοιας υποστήριξης προς τον Πούτιν υπάρχουν και σ’ άλλες χώρες. Μόνο που εκεί αυτοί είναι μια μειοψηφία ακροδεξιών εθνικιστών. Το ελληνικό παράδοξο είναι ότι εδώ η λατρεία του Πούτιν αφορά την πλειοψηφία των ελλήνων και το ακόμη πιο παράδοξο ότι ο κύριος διακινητής της είναι κάποιοι που μιλούν στο όνομα της Αριστεράς. Οπουδήποτε αλλού στον δυτικό κόσμο η άρνηση της τριπλέτας δημοκρατία, φιλελευθερισμός, διαφωτισμός δεν θεωρείται Αριστερά, αλλά μόνο αυτό που είναι: ακροδεξιός αντιδιαφωτισμός. Δεν γνωρίζω πόσοι συγκεντρώθηκαν στην ουκρανική πρεσβεία. Λίγη σημασία έχει. Γνωρίζω όμως πως αυτοί που μαζεύτηκαν στη πρεσβεία εκπροσωπούσαν την ιδεολογία των άδειων μυαλών.

Ο άτυχος ουκρανός πολίτης που θα τύχαινε να περνά από εκεί, δεν θα έκλαιγε, μάλλον θα χαμογελούσε συγκαταβατικά με αυτά τα «μυαλά». Τι λαός και αυτοί οι έλληνες, θα έλεγε.

Ναι, βεβαίως, γιατί αυτοί οι έλληνες είναι οι μόνοι που ενθουσιάστηκαν με την επιστολή Γλέζου, όπου εκεί αυτός ζητούσε να μην ισχύουν, μόνο για την Ελλάδα, οι κυρώσεις του Πούτιν. Μόνο εμείς –διά της ιδίας επιστολής– ταχτήκαμε υπέρ της αυτοδιάθεσης των ρωσόφωνων αυτονομιστών. Την ίδια στιγμή ο σύντροφος Γλέζος επαίρεται ότι μόνο εμείς ταχτήκαμε κατά της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η συνέπειά μας στα ζητήματα αυτοδιάθεσης είναι πρωτοφανής. Τότε κάναμε το ακριβώς αντίθετο, γιατί απειλούνταν η αγία ορθοδοξία, το εγκληματικό καθεστώς Μιλόσεβιτς. Μόνο εμείς –υποστηρίζει ο επιστολογράφος– δεν εκστρατεύσαμε κατά του Στάλινγκραντ, ξεχνώντας βεβαίως ότι εκστρατεύσαμε το 1918 κατά των μπολσεβίκων. Το βασικό όμως που ξεχνά είναι ότι για τις πολεμικές ή όχι εκστρατείες δεν αποφασίζουν οι λαοί, αλλά οι κυβερνήσεις τους. Άρα αν πρέπει να επαινεθεί ή να κατηγορηθεί κάποιος αυτός είναι πρώτα οι κυβερνήσεις και μετά οι λαοί, αν τις έχουν εκλέξει ελεύθερα.

Ευτυχώς που κάποιοι αγρότες δεν διάβασαν την επιστολή Γλέζου, ούτε περίμεναν τις αποζημιώσεις, αλλά όπως δείχνουν τα στοιχεία φρόντισαν να αυξηθούν κατακόρυφα οι πωλήσεις αγροτικών προϊόντων σε άλλες χώρες. Αχ, αυτή η άτιμη η αγορά των πραγματικών παραγωγών, καθόλου δεν αγαπά τα άδεια μυαλά.

Άδεια μυαλά που υπήρχαν και έξω από την πρεσβεία, αλλά υπάρχουν και αλλού, όπως υποστηρίζει με μια άλλη, σοβαρή αυτή τη φορά, επιστολή της στο Le Monde, μια πολυπληθής ομάδα πολωνών διανοουμένων. Αυτοί μας θυμίζουν ότι η πορεία από το Ντάντσιχ του 1939 στο Ντονέτσκ του 2014 διαπερνιέται από τη λογική του business as usual (λέγε με Μέρκελ ή Ολάντ). Αυτή η αντίληψη «διακινδυνεύει τον θάνατο χιλιάδων ουκρανών και ρώσων, καθώς και νέες επιθέσεις του πουτινικού ιμπεριαλισμού εναντίον νεαρών κρατών. Χθες το Ντάντσιχ σήμερα το Ντονέτσκ, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι η Ευρώπη θα ζήσει τα επόμενα χρόνια με μια ανοιχτή πληγή να αιμορραγεί». Έτσι είναι τα πράγματα, σύντροφοι ένθεν και ένθεν.

πηγή: athensvoice.gr

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς οι συντεχνίες τρέφουν τον φορολογικό λαβύρινθο (Του Κωνσταντίνου Μαρκάζου)

Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις όπως η... «φορολογία σε λίγες σελίδες». Το πολιτικό σύστημα, οι συντεχνίες και γιατί κανείς δεν θέλει πραγματικά να λύσει το πρόβλημα. Πώς επηρεάζει η τεχνολογία. Γράφει ο Κ. Μαρκάζος.(πηγή: euro2day.gr)

Όλοι γνωρίζουμε ότι στην Ελλάδα έχουμε συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας και ταυτόχρονα χιλιάδες λεπτομερείς εγκυκλίους και υπουργικές αποφάσεις. Οι πολικοί μας αφουγκραζόμενοι τη δυσαρέσκεια πολιτών και επιχειρήσεων, υπόσχονται διαρκώς φορολογικές μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνουν απλοποιήσεις, σταθερότητα, δικαιοσύνη και διάφορα άλλα ευχάριστα, χωρίς να αλλάζουν πρακτικώς τίποτα. Οι χιλιάδες φορολογικοί νόμοι που έχουν ψηφιστεί και οι εγκύκλιοι που έχουν εκδοθεί είναι αδιάψευστη απόδειξη της αποτυχίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η καταμέτρησή τους μπορεί να είναι μόνο προσεγγιστική, με δεδομένο ότι η φορολογική νομοθεσία τροποποιείται διαρκώς και σε άσχετα νομοσχέδια. Το ζητούμενο όμως είναι να ανακαλύψουμε τα αίτια πίσω από το γεγονός.

Η διαπίστωση για παράδειγμα ότι ο βασικός φορολογικός νόμος 2238/1994 τροποποιήθηκε 249 φορές με 81 διαφορετικούς νόμους (πραγματικός αριθμός πριν αντικατασταθεί από τον 4172/13) δεν μας κάνει σοφότερους. Το θέμα είναι γιατί στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες υπάρχει φορολογική σταθερότητα, ενώ εδώ είναι σεισμογενής. Οι απαντήσεις δεν είναι τόσο προφανείς και δεν προσφέρουν τίποτα κυκλικά επιχειρήματα του στυλ «το ανίκανο κράτος αλλάζει συνέχεια του νόμους και αυτό κάνει το κράτος αναποτελεσματικό».

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, όπως θα περιγραφούν παρακάτω, για τις συχνές αλλαγές των φορολογικών νόμων και οι αιτίες δεν περιορίζονται στην προχειρότητα της σύνταξής τους. Φυσικά η φορολογική νομοθεσία διαμορφώνεται και ψηφίζεται με τον ίδιο τρόπο με την υπόλοιπη νομοθεσία, υπάρχουν όμως ιδιαιτερότητες:

1. Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αποφασιστεί ποιους θέλουμε να φορολογήσουμε και πόσο αφαίρεσε κάθε έρμα από τη φορολογική πολιτική και δημιούργησε ένα φορολογικό πλαίσιο που μοιάζει με κινούμενο μωσαϊκό. Η ελίτ της χώρας είχε αποφασίσει να μη φορολογούνται διάφορες ομάδες ή εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία και το έλλειμμα να χρηματοδοτείται με δανεισμό. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μία νομοθεσία-αρένα στην οποία όλοι επιδιώκουν να περιλαμβάνονται ως... εξαίρεση.

2. Η σταθερότητα και η απλότητα δεν είναι ισοδύναμα. Είναι προτιμότερο να επιδιώξουμε τη σταθερότητα από την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, παρότι όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές ψευτομεταρρυθμιστικές εξαγγελίες αναφέρουν και τα δύο. Πουθενά στον κόσμο η φορολογική νομοθεσία δεν είναι απλή. Η πολυπλοκότητα των συναλλαγών σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η απελευθέρωση της ροής των κεφαλαίων, οι νέες τεχνολογίες σε συνδυασμό με την ευρηματικότητα των φορολογούμενων, επιτρέπουν σε ολοένα και περισσότερους να δραπετεύουν ακόμα και από τις καλύτερες κρατικές εισπρακτικές τσιμπίδες.
Ο στόχος είναι το φορολογικό πλαίσιο να γίνει απλό και (κυρίως) λειτουργικό και κατανοητό, αλλά όχι απλούστερο. Η πολύπλοκη νομοθεσία δεν τρομάζει τους επενδυτές, ενώ οι φορολογικοί αιφνιδιασμοί τους απομακρύνουν και όσοι παραμείνουν απαιτούν υψηλότερες συγκριτικά αποδόσεις μειώνοντας τις αξίες επένδυσης. Η έλλειψη σταθερότητας είναι αυτό που καταδικάζει την Ελλάδα στην 141η θέση ανάμεσα σε 144 χώρες στην τελευταία έκθεση ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum που μετρά την επίπτωση της φορολογίας στα κίνητρα για επένδυση.
Οι επενδυτές προεξοφλούν στα μοντέλα αξιολόγησης τα ποσά των φόρων όσα και αν είναι, αλλά για τον άγνωστο παράγοντα της αστάθειας των φόρων αυξάνουν τον συντελεστή προεξόφλησης. Μοιάζει ίδιο, αλλά δεν είναι. Οι φόροι επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις, αλλά ένα οργανωμένο κράτος εισπράττει και πολλά από όσους αποφασίσουν να επενδύσουν και δεν αλλάζει τους συντελεστές παρουσιάζοντας το ως μεταρρύθμιση.

3. Η δομή των ελληνικών νόμων είναι εξόχως προβληματική. Μέσα σε μεγάλες παραγράφους περιέχονται ορισμοί (που θα έπρεπε να υπάρχουν σε παράρτημα), ατελείωτες παραπομπές σε άλλους νόμους (που μπερδεύουν και τους πιο έμπειρους δικηγόρους) και ατόφιες επαναλήψεις εδαφίων άλλων νόμων (κάτι που σε προηγμένες χώρες απλά απαγορεύεται για να μειώνουν τον όγκο της νομοθεσίας).
Για αυτούς τους λόγους φτάνουν οι νόμοι να διατυπώνονται κάπως έτσι: «Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 (Α'65) όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 3899/2010 (Α'212) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π. (Α'268), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α'31), και με το άρθρο 22 της από 31.12.2012 Π.Ν.Π. (Α'256), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4147/2013 (Α'98), αντί της ημερομηνίας «1.1.2014» τίθεται η ημερομηνία «1.1.2015»-(άρθρο 53 Ν.4223/2013 -τυχαίο παράδειγμα από τον επίκαιρο νόμο περί ΕΝΦΙΑ).
Ακόμα και στις άδολες περιπτώσεις και πριν φτάσουμε στην (ομολογουμένως περίτεχνη) κοπτοραπτική μέθοδο που μετέρχονται κάποιοι ώστε να εξαφανίζεται η φωτογραφία του εξυπηρετούμενου, ο κανόνας είναι ο νόμος να χρειάζεται μεταφραστή από τα ελληνικά στα ελληνικά. Η διατύπωση των φορολογικών νόμων σε όλο τον κόσμο έχει κανόνες (παράδειγμα εδώ). Η τρόικα μετά το 2010, μας επέβαλε νομοθεσία γραμμένη (για άλλους) στα αγγλικά, ενώ ταυτόχρονα απαιτούσε τη μετάφραση νόμων από τα ελληνικά πριν από την ψήφιση από τη Βουλή. Μετά και τις γνωστές τοπικές παρεμβάσεις, πολλοί φορολογικοί νόμοι χάθηκαν στη μετάφραση και αναζητείται η πατρότητά τους.

4. Οι φορολογικοί νόμοι στην Ελλάδα αντί να περιλαμβάνουν αρχές περιέχουν λεπτομερείς τυπολατρικούς κανόνες. Εκεί που άλλες κρατικές αρχές θα ανέφεραν για παράδειγμα ότι τα λογιστικά βιβλία πρέπει να τηρούνται με τάξη και θα εξέδιδαν συμβουλευτικές οδηγίες με παραδείγματα και ένα τηλέφωνο επικοινωνίας για απορίες, η ελληνική διοίκηση ορίζει προθεσμίες, υποδείγματα ισοζυγίων, περιεχόμενα φορολογικών στοιχείων (συχνά σε πλήρη αντίθεση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες), ή λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές ηλεκτρονικών μηχανισμών και ταμειακών. Υπάρχουν νόμοι και συνοδευτικές εγκύκλιοι που ορίζουν μέχρι και τους κωδικούς υπολογαριασμών λογιστικής τήρησης. Τέτοιοι κανόνες είναι αδύνατον να τηρηθούν ενιαία από επιχειρήσεις διαφορετικών μεγεθών και κλάδων και αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε εκατοντάδες εξαιρέσεις και εξειδικεύσεις.

5. Για να εφαρμόσεις λεπτομέρειες χρειάζεσαι οδηγίες. Κανένας λογιστής δεν διαβάζει προσεκτικά τους νόμους και περιμένει την εγκύκλιο (τις περίφημες ΠΟΛ). Υπάρχουν ΠΟΛ οι οποίες έχουν τροποποιηθεί τόσο πολλές φορές που κωδικοποιούνται! Και σε άλλες χώρες εκδίδονται οδηγίες με διάφορες μορφές, αλλά δεν έχουν την ισχύ οιονεί νόμου όπως κακώς έχει επικρατήσει εδώ. Μέτρο επιτυχημένης διατύπωσης νόμου θα πρέπει να οριστεί η απουσία ανάγκης εγκυκλίου.

6. Οι φορολογικοί νόμοι γράφονται έτσι ώστε να λειτουργήσουν σαν γέφυρα ώστε να εφαρμόσει ο υπουργός μέσω αποφάσεών του ό,τι νομίζει. Όσο περισσότερες φορές ο νόμος ορίζει ότι «οι λεπτομέρειες θα καθοριστούν με ΑΥΟ» τόσο πιο πρόχειρος, ανεφάρμοστος αλλά και πονηρός είναι. Εδώ κάνει την εμφάνισή του ο υπουργός-υπερπροϊστάμενος, η τελική υπογραφή του οποίου αναζητείται (όταν κάνει διάλειμμα από τα στούντιο των ΜΜΕ) και για την παραμικρή λεπτομέρεια. Έτσι όμως ελέγχονται απόλυτα και αποτελεσματικά όλα τα αιτήματα των ομάδων συμφερόντων και αυτός εδραιώνει την εξουσία του. Όταν απηύδησαν οι ελεγκτές των δανειστών από αυτές τις πρακτικές, μας επεβλήθη ο θεσμός του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Ο πρώτος ήδη «παραιτήθηκε» πριν προλάβει να αποδείξει πόσο ανεξάρτητος από πολιτικές παρεμβάσεις είναι (παρεμπιπτόντως πιστεύω ότι το μεγαλύτερο λάθος του κ. Θεοχάρη ήταν η έκθεσή του στα μέσα επικοινωνίας, κάτι που φαίνεται επιμελώς να αποφεύγει η διάδοχός του).

7. Σε ένα σκοτεινότερο επίπεδο κάτω από τις ΠΟΛ και τις ΑΥΟ υπάρχουν οι ατομικές απαντήσεις. Είναι κοινό μυστικό ότι όσες επιχειρήσεις ήθελαν να ξεκαθαρίσουν φορολογικές υποθέσεις τους υπέβαλαν ερωτήματα στο υπουργείο Οικονομικών και ελάμβαναν απαντήσεις, συχνά με το αζημίωτο για όσους απαντούσαν και με διαμεσολαβητές συνταξιούχους υπαλλήλους του υπουργείου. Είναι απολύτως αναγκαίο όλες οι ατομικές απαντήσεις να δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και μάλιστα ονομαστικά, και αυτό αρκεί για να κλείσει αυτόν τον αμαρτωλό παράδρομο.

8. Η έκταση της νομοθεσίας έχει τις ρίζες της στο ότι το ελληνικό κράτος λειτουργεί τυπολατρικά με βάση τη διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα. Επιτυχία είναι να διεκπεραιωθεί η προβλεπόμενη διαδικασία ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Όταν ένας υπάλληλος έχει ακολουθήσει κατά γράμμα ακόμα και μία παράλογη και καταστροφική διαδικασία θεωρείται επιτυχημένος και το -σπουδαιότερο- κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει. Αν δεν προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία, τότε είναι απολύτως δικαιολογημένος να μην κάνει τίποτα. Αν κάποιος φορολογούμενος διαμαρτυρηθεί ας πούμε για καθυστέρηση, θα λάβει τη γνωστή απάντηση περί έλλειψης προσωπικού.
Το αστείο είναι ότι αυτή η εξοργιστική απάντηση πολλές φορές είναι σωστή γιατί όσοι γράφουν εγκυκλίους αδιαφορούν για το αποτέλεσμα από το οποίο δεν κρίνονται ατομικά. Έπρεπε να έρθει η χρεοκοπία για να υπάρξουν στόχοι, απολογισμοί και συγκρίσεις. Η λειτουργία του κράτους μας όμως παραμένει αναλλοίωτη από τη χρεοκοπία παρά τις αλλαγές (συνιστώ το http://www.publicrevenue.gr/kpi/ της ΓΓΔΕ στο οποίο υπάρχουν δείκτες απόδοσης για τη φορολογική διοίκηση, αλλά και το http://www.gsis.gr/gsis/info/gsis_site/PublicIssue/TaxAdmin.html της ΓΓΠΣ στο οποίο ανάγκασε η τρόικα να αναρτώνται στοιχεία σε excel).

9. Η τεχνολογική πρόοδος και το διαδίκτυο βοήθησαν στη διόγκωση της φορολογικής νομοθεσίας. Εύκολα γράφονται και δημοσιεύονται νόμοι, ενώ το θέμα της κωδικοποίησης που ήταν ένα πρόβλημα, όσοι θυμούνται τα κλασέρ που περιείχαν σε κινητά φύλλα τους νόμους, το έχουν λύσει διάφορα λογιστικά sites που προσφέρουν τη νομοθεσία διαρκώς επίκαιρη. Ενώ μπορείς να βρεις τον νόμο πανεύκολα, δεν είσαι σίγουρος αν θα ισχύει και αύριο. Ο ρόλος της τεχνολογίας δεν είναι ποτέ ουδέτερος και θα πρέπει να αναφερθεί ότι ειδικά στη φορολογική οργάνωση τα τελευταία χρόνια έχουν σπαταληθεί τεράστια ποσά σε άστοχες επενδύσεις, διαδικασίες και προδιαγραφές, που στοχεύουν λανθασμένα στη μηχανογράφηση της γραφειοκρατίας με αποτέλεσμα τη γραφειοκρατία της μηχανογράφησης. Οι λογιστές και οι επιχειρήσεις επωμίζονται τεράστια κόστη που τελικά επιβαρύνουν την οικονομία. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, ας παρακολουθήσουμε τι κωμικοτραγικά ακόμα θα συμβούν με τις μηνιαίες συγκεντρωτικές που θα υποβληθούν αυτόν τον μήνα.

10. Δεν υπάρχουν προληπτικοί μηχανισμοί ελέγχου και όταν ένας φορολογικός νόμος φτάσει στη Βουλή οι πιθανότητες να χειροτερεύσει είναι συντριπτικά μεγαλύτερες από τη βελτίωσή του. Οι βουλευτές δεν έχουν ούτε τη δυνατότητα να κατανοήσουν τόσο εξειδικευμένα κείμενα, ούτε διαθέτουν τον χρόνο ή τους μηχανισμούς να αποφύγουν τα λάθη. Ακόμα και αν δεν τροποποιούν μικροπολιτικά την τελευταία στιγμή άρθρα νομοσχεδίων, είναι ευάλωτοι σε προκάτ τροπολογίες συντεχνιών, ή ακόμα και μεμονωμένων επιχειρηματιών που πάντα βρίσκουν τον τρόπο να τους προσεγγίσουν.
Από τα τραγελαφικά που έχουν κατά καιρούς συμβεί, αναφέρω μόνο ότι ψηφίστηκαν σε διαδοχικά νομοσχέδια στην ίδια συνεδρίαση της βουλής από τους ίδιους βουλευτές δύο διαφορετικές τροπολογίες κλίμακας φορολογίας ακίνητης περιουσίας, που προφανώς είχαν φτάσει από διαφορετικές οδούς. Όταν τέθηκε το πρακτικό ζήτημα τι θα ισχύσει, η λύση δόθηκε από τον νομικό κανόνα του μεταγενέστερου (κατά μερικά λεπτά...) νόμου. Τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων είναι ο κανόνας που βολεύει όσους επωφελούνται από τη ρευστότητα. Και δεν είναι λίγοι.
11. Η κυριαρχία λανθασμένων απόψεων στον δημόσιο διάλογο δημιουργεί αρνητικές προϋποθέσεις για τη φορολογική νομοθεσία. Ο λαϊκισμός χαϊδεύει αφτιά και τσέπες ταυτόχρονα.
Δύο παραδείγματα: (α) η εξομοίωση του φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης με το (ολόιδιο) της κίνησης ήταν ένα σωστό μέτρο που αφαίρεσε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από τα ταμεία των λαθρεμπόρων. Επικράτησε όμως η άποψη να υπάρχει έκπτωση στον φόρο για τη θέρμανση, κάτι που θα έπρεπε να λυθεί διά της επιδότησης του κόστους θέρμανσης μέσα από την ασκούμενη κοινωνική πολιτική, και όχι παρέχοντας δυνατότητες σε επιχειρηματίες-πειρατές. (β) η περίφημη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με το taxis, ένα παντελώς λάθος μέτρο του οποίου την παράλειψη υλοποίησης έχουν κατακρίνει (μη γνωρίζοντες τι γράφουν) ακόμα και αξιόλογοι δημοσιογράφοι. Και τα δύο προαναφερθέντα παραδείγματα αποδεικνύουν ότι ο δημόσιος διάλογος (και) στα φορολογικά πάσχει και συχνά οδηγεί σε λάθος μέτρα και προτεραιότητες. Υπάρχει πλήθος άξιων επαγγελματιών στον χώρο των λογιστών-φοροτεχνικών που κατέχουν σε βάθος τα επιμέρους φορολογικά θέματα, των οποίων όμως η φωνή (όταν υπάρχει) πνίγεται από μία ζούγκλα πρωινάδικων κραυγών της ελληνικής τηλεόρασης. Η ηλεκτρονική διαβούλευση των νομοσχεδίων που έχει καθιερωθεί είναι ένα σωστό μέτρο. Όταν όμως δεν υπάρχουν κανόνες και διαδικασίες, η πλειονότητα των παρατηρήσεων θα αφορά κακόβουλα σχόλια, που απομακρύνουν όσους έχουν κάτι χρήσιμο για να συμβάλουν.

Επίλογος
Όσα προαναφέρθηκαν αφορούν αίτια αδυναμιών του φορολογικού μας συστήματος και η αντιμετώπισή τους θα βελτίωνε την κατάσταση. Δυστυχώς όμως το πρόβλημα της χώρας είναι περισσότερο θεσμικό και λιγότερο οικονομικό. Οποιαδήποτε λύση στο φορολογικό σύστημα προϋποθέτει πολιτική ηγεσία που θα υποστηρίζει τις αναγκαίες αλλαγές. Όμως το πελατειακό σύστημα που κυριάρχησε στη χώρα εμποδίζει κάθε μεταρρύθμιση που θα δημιουργούσε μία αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, γιατί οι διαφανείς και απλές διαδικασίες λειτουργούν εις βάρος του. Αν το φορολογικό σύστημα είναι σταθερό (άρα και ανθεκτικό) και επιμερίζει όσο το δυνατόν δικαιότερα τα φορολογικά βάρη τότε οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν θα έχουν ανάγκες διαμεσολάβησης και το πελατειακό κράτος χάνει τον σημαντικότερο ρόλο του.

Το κράτος και το πολιτικό μας σύστημα είναι συντεχνιακά διαρθρωμένα με πυραμίδες (συχνά κληρονομικές) και ομάδες συμφερόντων που αλληλοσπαράσσονται για έναν όλο και μειούμενο εθνικό πλούτο. Με τέτοια δομή ακυρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της θετική επίδρασης και όσων σωστών αλλαγών που για διάφορους λόγους γίνονται. Όσο μας διοικούν οι ίδιοι άνθρωποι είναι σαν να βάζουμε πυρομανείς να σβήσουν τη φωτιά. Ξεκινώντας από τις σωστές διαγνώσεις και απομονώνοντας όσο είναι δυνατόν ανεύθυνους ή παραπλανητικούς δημόσιους διαλόγους και ιδιωτικές κρυφές παρεμβάσεις, θα μπορούσε σε ένα χρονικό ορίζοντα, τουλάχιστον πενταετή, να σταθεροποιηθεί το φορολογικό μας σύστημα και έκτοτε να βαίνει αυτοβελτιούμενο. Μαγικές λύσεις του στυλ «φορολογία σε λίγες σελίδες» δεν υπάρχουν πουθενά στον σύγχρονο κόσμο, με σύνθετες οικονομίες, ποικίλα συμφέροντα και με δυσδιάκριτα φορολογικά σύνορα.

• Ο κ. Κωνσταντίνος Μαρκάζος είναι οικονομολόγος.