ΦΙΛ

ΦΙΛ

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Για να αποφύγουμε ένα πραγματικό κραχ! (Του Κώστα Μποτόπουλου* )

Αρθρο παρέμβαση του προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την αναταραχή στο Χρηματιστήριο. Το διεθνές περιβάλλον και η ελληνική ιδιαιτερότητα. Τι πρέπει να διδαχτούν οι πολιτικοί. Πώς πρέπει να χτιστεί η επόμενη μέρα. Γιατί λέξη «κλειδί» είναι η «καθαρότητα».
Πάει καιρός που, για θεσμικούς λόγους, δεν έχω κάνει χρήση της φιλοξενίας που μου παρέχει αυτή η έγκυρη ιστοσελίδα. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους θεωρώ ότι ήρθε η ώρα να σπάσω την αποχή, για να προσπαθήσω να εξηγήσω πώς φάνηκαν, μέσα από τα μάτια ενός επόπτη των αγορών, οι δύσκολες τελευταίες μέρες. Για λόγους καθαρότητας -λέξη κλειδί της παρούσας ανάλυσης, όπως θα διαπιστώσουν οι φίλοι αναγνώστες- θα το κάνω υπό τη μορφή ερωταποκρίσεων.

Ήταν χρηματιστηριακό «κραχ» αυτό που ζήσαμε;

Τα γεγονότα είναι γνωστά: από την περασμένη Τρίτη ως την περασμένη Πέμπτη (που ήταν και η μέρα κορύφωσης), ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αξιών της Αθήνας σημείωσε συνολική πτώση 13,57%, με σωρεία πωλήσεων μέσα σε μια μεγάλη αύξηση του τζίρου.
Η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε από πολλούς αναλυτές με το γενικό οικονομικό κλίμα της ευρωζώνης και ιδίως με την αναζωπύρωση της «ελληνικής ανασφάλειας» (πιθανή πορεία προς πρόωρες εκλογές, δημοσκοπικό προβάδισμα της ριζοσπαστικής και αντίθετης με τη σημερινή οικονομική πολιτική αντιπολίτευσης, αμφισβήτηση για τη δυνατότητα ή όχι εξόδου της Ελλάδας από το μνημόνιο κατά την κυβερνητική πρόθεση).

Την Παρασκευή, και μετά από δηλώσεις (Κατάινεν, Ρέγκλινγκ) και πράξεις (Ντράγκι) ισχυρών Ευρωπαίων παραγόντων υπέρ της στήριξης της ελληνικής οικονομίας, ο δείκτης ανέβηκε κατά 7,21%, καλύπτοντας έτσι, αριθμητικά τουλάχιστον, τις μισές απώλειες. Η εβδομάδα που αρχίζει θα αποδείξει αν μπορούμε να μιλήσουμε για τέλος συναγερμού.

Η σχετικά μικρή διάρκεια και η άμεση «διόρθωση» συμπληρώνονται από ένα κρίσιμο γεγονός: ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένα ελληνικό, αλλά για διεθνές φαινόμενο, καθώς, τις ίδιες μέρες, όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια γνώρισαν, τουλάχιστον σε μία συνεδρίαση, πτώσεις από 3 έως 5%, η Γουόλ Στριτ φλέρταρε και αυτή ενδοσυνεδριακά με τα ίδια νούμερα, τα σπρεντς των πορτογαλικών, ιρλανδικών, ιταλικών, ισπανικών ομολόγων ανέβηκαν αισθητά, ενώ σημείωσε σχετική αποτυχία δημοπρασία ομολόγων που επιχείρησε η Μαδρίτη.

Η διεθνής αναστάτωση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με την ελληνική: ένταση και σπασμωδικότητα, γρήγορη αποφόρτιση, χαλαρή σύνδεση με σωρεία ετερόκλητων εξελίξεων. Οι αγορές, πέρα από τη συνήθη και περιοδική υπενθύμιση της δύναμής τους, χτύπησαν το καμπανάκι του εφησυχασμού: όλα είναι ακόμα ρευστά και δύσκολα μέσα στη διεθνή κρίση.

Όχι κραχ, λοιπόν, που για να δικαιολογηθεί πρέπει η φλόγα να γίνει φωτιά, αλλά μεγάλη αναστάτωση. Απέναντι στην οποία η ελληνική εποπτική αρχή έκανε, με ψυχραιμία, αλλά σε εικοσιτετράωρη εγρήγορση, τα δύο βασικά πράγματα που απορρέουν από τις αρμοδιότητες και την αποστολή της: παρακολούθηση όλων των συναλλαγών για διακρίβωση ενδεχόμενων παρανομιών και συνεννόηση με την ευρωπαϊκή εποπτική Αρχή (ESMA) για ενδεχόμενη ανάληψη συντονισμένης δράσης.

Τι δημιούργησε την τόσο σημαντική αναστάτωση;

Θα χρησιμοποιούσα την εικόνα δύο μεγάλων διεθνών κύκλων, ενός μακροοικονομικού και ενός χρηματοπιστωτικού, που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση παρασύροντας προς τα εκεί και τη μικρότερη, αλλά απόλυτα εξαρτημένη ελληνική μπάλα.

Οι μακροοικονομικές εξελίξεις συνδέονται κυρίως με την παρατεταμένη ύφεση της ευρωζώνης (εντός της οποίας προστέθηκε η πρώτη ένδειξη αδυναμιών και της Γερμανίας), με την αστάθεια και ουσιαστικά με τη διάλυση της «ομάδας των BRICS, τη μάλλον οριστική αποτυχία δραστικής αναστροφής της ιαπωνικής στασιμότητας και μια σειρά δυνάμει πολύ επικίνδυνες γεωπολιτικές αλλαγές και μη ειρηνικές διεκδικήσεις - στον αραβικό κόσμο, στη Μέση Ανατολή, στα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, στη Νοτιοανατολική Ασία, ακόμα και μέσα από την αναζωπύρωση των ευρωπαϊκών εθνικισμών.

Στο πλαίσιο αυτό η οικονομική και η πολιτική κρισιμότητα των ΗΠΑ, παρά τις αμφισημίες και στα δύο σκέλη (αβεβαιότητα ως προς τη διατηρησιμότητα της ανάπτυξης, συνειδητή άρνηση ενός ρόλου «χωροφύλακα του πλανήτη»), μεταβάλλεται και αυτή και διαμορφώνει τον χρηματοπιστωτικό κύκλο: τη διεθνή μετακίνηση κεφαλαίων προς τις λιγότερο ρυθμισμένες και κάπως πιο ασφαλείς αγορές των ΗΠΑ.

Η Ελλάδα επηρεάζεται και από τις δύο αυτές τάσεις, τις οποίες ενδυνάμωσε με ορισμένα δικά της χαρακτηριστικά: το Χρηματιστήριο Αθηνών είναι ρηχό, άρα με σχετικά λίγες συναλλαγές μπορεί να προκληθεί πολύ θεματικό αποτέλεσμα, ενώ και η περιπέτεια της χώρας μέσα στην κρίση κάθε άλλο παρά έχει τελειώσει, άρα κάθε αναζωπύρωση του «κινδύνου Ευρώπη» φουντώνει πρώτα και πιο έντονα τον «κίνδυνο Ελλάδα».
Στο ιδιαίτερα ευαίσθητο και ασταθές αυτό πεδίο προστέθηκαν, αμέσως πριν από τις μέρες της μεγάλης πτώσης, οι ενέργειες ή οι μη ενέργειες που ήδη αναφέρθηκαν -στο πολιτικό, πολιτειακό και «μνημονιακό» επίπεδο-, μεγεθύνοντας έτσι, σχεδόν φυσιολογικά, τις συνέπειες της διεθνούς αναστάτωσης.
Όπως η πτώση των διεθνών χρηματιστηρίων δεν οφείλεται, ούτε σηματοδοτεί μια εμφανή, και πάντως όχι πρωτοφανέρωτη, χειροτέρευση της παγκόσμιας οικονομίας, ούτε αναδεικνύει έλλειψη πρωτοβουλιών σε ρυθμιστικό επίπεδο (αντίθετα, επί ελληνικής προεδρίας ολοκληρώθηκε ένας βαθύς κύκλος αλλαγών που χαρακτηρίζεται από τις ίδιες τις αγορές ως «ρυθμιστικό τσουνάμι»…), έτσι και η περιδίνηση του ελληνικού χρηματιστηρίου δεν οφείλεται και πάντως δεν θέτει εν αμφιβόλω επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας, όπως τη δημοσιονομική προσαρμογή, την παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων, ακόμα και την ήδη επελθούσα (από τον Απρίλιο) έξοδο στις αγορές.

Ποια τα μαθήματα για την Ελλάδα από αυτήν την κρίση μέσα στην κρίση; 

Εδώ ταιριάζει η προαναγγελθείσα λέξη-κλειδί: καθαρότητα. Για να ξαναμπεί η Ελλάδα, με όλες της τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες, μέσα στον «μεγάλο κύκλο» που κινεί τις αγορές, για να πεισθούν (ξανά, αλλά σχεδόν εξυπαρχής) οι αγορές ότι οι δυσκολίες και οι ιδιαιτερότητες δεν είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε ανατροπές και επαναβυθίσεις, απαιτείται ευκρινής και ειλικρινής προσανατολισμός. 

Με δύο αιχμές: τον τρόπο αρχιτεκτόνισης και τις εσωτερικές λεπτομέρειες και διευθετήσεις της «μεταμνημονιακής μέρας», όπως και όποτε έλθει αυτή, και τη στάση των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων, στο σημερινό και στον όποιο άλλο συσχετισμό τους, έναντι των συμφωνημένων με τους εταίρους δανειστές μας.

Σε μεγάλο βαθμό το δεύτερο -ας το ονομάσουμε «κοινή εθνική στάση»- εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πρώτο - από το πώς θα επανασχεδιασθεί και θα παρουσιαστεί διεθνώς η «μεταμνημονιακή μέρα», της οποίας η πρόσφατη χρηματιστηριακή αναστάτωση έδειξε τις σημαντικές ατέλειες και αντιφάσεις. Με μια αυτονόητη προσθήκη: δεν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή πειστικότητα και καθαρότητα αν οι απολύτως φυσιολογικές διαφωνίες περιβληθούν τον μανδύα της θεσμικής αμφισβήτησης ή ακόμα χειρότερα της πρόθεσης ανατροπής - αυτό είναι το πρώτο και, σε πολιτικό επίπεδο, σημαντικότερο μάθημα της αναστάτωσης.

Το δεύτερο μάθημα είναι πιο τεχνικό - η ανάγκη να ληφθούν μέτρα είναι πιο εμφανής από το είδος των μέτρων. Το ξεκαθάρισμα πρέπει να γίνει σε πολλά επίπεδα. Αφού πρόθεση είναι η (ταυτόχρονη με την ευρωπαϊκή αλλά πρόωρη ως προς το ΔΝΤ) απεμπλοκή και από τη σχέση (και το δάνειο) με το ΔΝΤ, ποιος θα καλύψει και με ποιον θα συμφωνηθούν οι όροι αυτής της υπέρβασης; Με το ίδιο το ΔΝΤ, ή με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενεργώντας ως οιονεί θεματοφύλακας των συμφερόντων όλης της «τρόικας»; Και αν, όπως θα ήθελε η λογική της καθαρότητας και δεν αποκλείει και το ίδιο το ΔΝΤ, γίνει το δεύτερο, τότε ποιο είναι το πιο κατάλληλο εργαλείο από την «εγγυητική εργαλειοθήκη», υπάρχουσα ή υπό διαμόρφωση, των ευρωπαϊκών θεσμών; Μια «προληπτική χρηματοδοτική συνδρομή» (PLCC), ως δίχτυ ασφαλείας σε περίπτωση που χρειασθεί, και με επίπεδο εποπτείας παρόμοιο με το τωρινό (παροχή όλων των πληροφοριών, υποχρεώσεις ασκήσεων προσομοίωσης και διευκόλυνσης ελέγχων από την Ελλάδα), χωρίς όμως τη σημερινή περιοδικότητα των ελέγχων (τακτικές αντί τρίμηνες επιθεωρήσεις); Μια «ενισχυμένη πιστωτική γραμμή» (ECCL), με δυνατότητα υπαγόρευσης διορθωτικών ή άλλων μέτρων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά με πιο χαλαρή ερμηνεία των κανόνων του ελλείμματος και του χρέους; Ή η διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας-πλαισίου για τις υποχρεώσεις της Ελλάδας στη νέα κατάσταση, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνέχιση και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων;

Ό,τι και να επιχειρηθεί, πάντως, πρέπει να επιχειρηθεί μετά από μεγάλο ζύγισμα αλλά με την όσο το δυνατόν ευρύτερη πολιτικοκοινωνική στήριξη. Η οποία δεν μπορεί παρά να ξεκινά από τη συνειδητοποίηση ότι κάποιου είδους «επιτήρηση», και μάλιστα όχι ουδέτερη, θα συνεχιστεί, αλλά, αν οι όροι της είναι οι καλύτεροι δυνατοί για τη χώρα, αυτό δεν θα σημάνει ούτε (περαιτέρω) κάμψη της εθνικής κυριαρχίας, ούτε ασφαλώς εθνική οπισθοχώρηση.

Ποια μπορεί να είναι τώρα η πορεία;

Το ελληνικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα πρέπει συνεπώς να αρχίσει (αμέσως) να σχεδιάζει πάνω σε τρία δεδομένα: η βασική κατεύθυνση ολοκληρωμένης -και σε σχέση με το ΔΝΤ- εξόδου από το μνημόνιο δεν είναι ανάγκη να αλλάξει, η έξοδος αυτή όμως θα είναι αναγκαστικά όχι μονομερής αλλά συμφωνημένη και μέρος της συμφωνίας θα είναι η συνέχιση της λήψης μέτρων και η συνέχιση της επιτήρησης, όσο πιο πολύ δημιουργηθεί ένα νέο πλαίσιο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Ελλάδας και με χωνεμένη την εμπειρία από τις πολλές, ένθεν κακείθεν, αστοχίες του τωρινού προγράμματος, και όσο πιο πολύ αυτό το νέο πλαίσιο το «οικειοποιηθεί» η πολιτική εξουσία, τόσο περισσότερες θα είναι οι πιθανότητες να δημιουργηθούν οι συνθήκες της αναγκαίας οικονομικής, και όχι μόνο, ανάπτυξης μετά από τόσα χρόνια ύφεσης. Ανάπτυξης που ήταν και θα είναι, στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, το μόνο επιχείρημα έναντι των αγορών.

Η εμπειρία της τριήμερης χρηματιστηριακής αναστάτωσης έδειξε ότι τα βήματα, εκτός από καθαρά, πρέπει να γίνονται και ένα-ένα. Μπροστά μας υπάρχουν τρία καθοριστικά γεγονότα: η επισημοποίηση των αναγκών των συστημικών τραπεζών (26 Οκτωβρίου) μετά τα πανευρωπαϊκά stress tests, η ολοκλήρωση του παρόντος κύκλου αξιολόγησης της τρόικας (μέσα Νοεμβρίου) για την ανάδειξη της κατάστασης και των αναγκών της ελληνικής οικονομίας στο παρά ένα της εξόδου από το μνημόνιο, η βασισμένη πάνω σε αυτές τις διαπιστώσεις διαπραγμάτευση και εκπόνηση της συμφωνίας-πλαισίου για τον τρόπο στήριξης και επιτήρησης της Ελλάδας στη «μεταμνημονιακή», αλλά όχι οριστικά εκτός κρίσης εποχή.

Ειδικά για τον χώρο των αγορών κεφαλαίου, όπου δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν από τη μια μέρα στην άλλη ούτε η ρηχότητα του ελληνικού χρηματιστηρίου, ούτε η σχετική δυσπιστία απέναντι στις (δημόσιες ή εταιρικές) ομολογιακές εκδόσεις, ούτε η «επιθετική» συμπεριφορά των κατά το πλείστον «βραχυπρόθεσμων» ξένων επενδυτών-funds, η έννοια του «πολιτικού ρίσκου» θα συνεχίσει να υφίσταται. Θα λάβει, όμως, μια πιο καλοήθη -πιο «φυσιολογική», αφού αυτός είναι ο τρόπος που φαντασιωνόμαστε πλέον το μέλλον της χώρας μας- μορφή, αν πατήσει πάνω σε μια ευρύτερη πολιτική συμφωνία για τον προσανατολισμό της Ελλάδας. Ώστε, σιγά-σιγά η χώρα να ξαναμπεί σε «πεδίο αποδοχής» (rated territory - το οποίο συγκροτείται τόσο από τη γενική εικόνα όσο και από το ειδικό rating) από τις ίδιες αγορές.

Ετσι ώστε, την επόμενη φορά που θα υπάρξει χρηματιστηριακή αναταραχή να είναι πιο ευκρινής η διάκριση ανάμεσα στην εντελώς φυσιολογική διακύμανση (volatility) και στην πολύ επικίνδυνη θεσμική ανασφάλεια (uncertainty). Και μήπως έτσι διευκολυνθεί η επιλογή του δρόμου της ψυχραιμίας.

* Πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, μέλος του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Αρχής Κεφαλαιαγορών.

ΠΗΓΉ: euro2day.gr

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Μεταρρυθμιστική εφεδρεία (Του Ηλία Κανέλλη, ΝΕΑ)

Ο Σπύρος Λυκούδης, που χθες εξήγγειλε τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής πρωτοβουλίας, των Μεταρρυθμιστών, έχει δίκιο. Οντως. Στα περίπου πέντε χρόνια της παρατεταμένης κρίσης, «ενώ η κοινωνία άντεξε και με σκληρές θυσίες έδωσε ανάσες, το πολιτικό σύστημα για άλλη μια φορά φάνηκε ανίκανο να τις αξιοποιήσει». Επίσης, όντως «εξακολουθεί να πνίγεται στις αδυναμίες του και να μας πνίγει μαζί του». 
 
Ο Σπύρος Λυκούδης αναφέρθηκε, επίσης, στην αποτυχία ακόμη και της «δικής μας τότε Αριστεράς» (όπως αποκάλεσε τη ΔΗΜΑΡ) να συμβάλει στη διαρθρωτική αντιμετώπιση της κρίσης, υποχωρώντας από τη θέση που την οδήγησε στην τρικομματική κυβέρνηση και, ουσιαστικά, απενεργοποιούμενη οικειοθελώς. Η έλλειψη αυτοκριτικής για εκείνες τις αποφάσεις (και τη στήριξη της «κομματικής νομιμότητας» από πλευράς προσωπικοτήτων της ΔΗΜΑΡ που σήμερα συμφωνούν μαζί του) είναι, πιθανόν, ο λόγος για τον οποίο η νέα κίνηση δεν εκκινεί με ορμή. Ο άλλος λόγος είναι η καθυστέρηση αντίδρασης από πλευράς του «κλίματος Λυκούδη», όταν η δυναμική της Κεντροαριστεράς φαινόταν να έχει προοπτικές. Η χθεσινή παρουσία μεταρρυθμιστών του ΠΑΣΟΚ, σοσιαλδημοκρατών, προσωπικοτήτων του πολιτικού εκσυγχρονισμού και πολλών από τους 58 δείχνει ότι το αίτημα παραμένει ζωντανό. Η δυναμική που ανέπτυξε, στο μεταξύ, Το Ποτάμι έναντι των παραδοσιακών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων αποδεικνύει ότι τα κενά που δεν μπορείς να καλύψεις εσύ στην πολιτική τα καλύπτουν κάποιοι άλλοι.

Είναι λοιπόν περιττή η δημιουργία των Μεταρρυθμιστών; Οχι, φυσικά. Αφενός επειδή μια πολιτική κίνηση σοβαρών ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν έχει τη δυνατότητα να μιλάει καθαρά και χωρίς συμψηφισμούς με τη φωνή (ακόμη μία) της λογικής. Αφετέρου διότι, σε μια μελλοντική συγκυρία, ίσως η συνεννόηση που δεν έγινε στο παρελθόν γίνει εφικτή. Και τότε οι εφεδρείες μπορεί να κληθούν να παίξουν ρόλο. Ως τότε, πάντως, χρειάζονται κουράγιο. Κι ας θυμάται ο Σπύρος Λυκούδης ότι στις ειδικές συνθήκες της κρίσης τα πέτρινα χρόνια συμπυκνώνονται σε εβδομάδες ή μήνες.

ΥΓ.: Ο καθαρός πολιτικός λόγος του Σπύρου Λυκούδη ήταν, κι αυτός, φορτωμένος λυρικά τσιτάτα, πεζογράφους και ποιητές. Περιττό (και αποπροσανατολιστικό). Ο λυρισμός ουδέποτε ήταν μεταρρυθμιστικό προαπαιτούμενο.

πηγή: politicalreviewgr.blogspot.gr

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Ομιλία του Ανεξάρτητου Βουλευτή Σπύρου Λυκούδη την 21/10/2014 στο Μουσείο Μπενακη

Σημείωση του Blogger: 
Το παρόν blog δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη  νέα κίνηση του Σπύρου Λυκούδη. Παρ΄όλα αυτά όμως καλοσωρίζει και αναδημοσιεύει την ομιλία του επειδή θεωρεί αντικειμενικά αυτήν τη νέα κίνηση ως μια σημαντική εξέλιξη στο χώρο της Μεταρρυθμιστικής Αριστεράς, στο βαθμό που θα μπορέσει να ξεμπλοκάρει πολλούς αριστερούς μεταρρυθμιστές οι οποίοι είχαν βαλτώσει στο έλος της ΔημΑρ. (Δ.Κ.)



ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ
21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014


Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Η χώρα μας διανύει τον έκτο χρόνο μιας σκληρής χρηματοπιστωτικής κρίσης, με πολλές και δυσμενείς συνέπειες για όλη την κοινωνία. Διανύουμε την ύστερη (όχι όμως και τελευταία, απ’ ό,τι φαίνεται) φάση αυτής της κρίσης, διαπιστώνοντας, ότι όλα έχουν αλλάξει, για να παραμείνουν ίδια. Η δημοσιονομική σταθεροποίηση, το πρωτογενές πλεόνασμα και η αποφυγή του GREXIT είναι το σημαντικό και σπουδαίο επιχείρημα της κυβέρνησης· το κόστος στην κοινωνία, είναι το επίσης σοβαρό επιχείρημα της αντιπολίτευσης. Τα επίδικα της ελληνικής πραγματικότητας παραμένουν τα ίδια: το αίτημα για μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό των δομών της ελληνικής πραγματικότητας στο σύνολό της με αιχμή την οικονομία, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη, παραμένει ανικανοποίητο. Και είναι αυτό το ανικανοποίητο αίτημα, που υπονομεύει σταθερά και εξόχως αποτελεσματικά τα όποια δημοσιονομικά επιτεύγματα, ενώ επιτείνει την αδικία εις βάρος αυτών που επωμίστηκαν το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η κρίση ανέδειξε τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας, τα οποία συσσωρεύτηκαν από τη μεταπολίτευση και μετά. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι παρά τα προβλήματα αυτά, στα σαράντα χρόνια της μεταπολίτευσης, η χώρα έκανε σημαντικά βήματα προόδου, με πιο σημαντικούς σταθμούς την ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια και στην ζώνη του ευρώ. Ένταξη που βοήθησε να εισρεύσουν σημαντικοί οικονομικοί πόροι και να γίνουν βασικά έργα υποδομών, παρότι σε πολλές περιπτώσεις υπήρξαν συμβάσεις που διασπάθισαν τους πόρους αυτούς ανορθολογικά και για αλλότριους σκοπούς. Στο θεσμικό, όμως, επίπεδο δεν έγιναν οι διαρθρωτικές αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις που ήταν επιβεβλημένες να γίνουν σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Κράτος, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και δεν έγιναν για να μην θιγούν συντεχνιακά και άλλα συμφέροντα ειδικών ομάδων, με επιρροή στο πολιτικό σύστημα και το Κράτος. Είχαμε μεγάλες περιόδους, όπου ασκήθηκαν άφρονες οικονομικές πολιτικές, που βασίστηκαν στον φτηνό ξένο δανεισμό της χώρας και σε μια πελατειακή αντίληψη αναδιανομής των όποιων οικονομικών πόρων, χωρίς να παράγεται νέος πλούτος. Αποτέλεσμα όλων αυτών των πολιτικών ήταν να δημιουργηθεί ένας τεράστιος γραφειοκρατικός και αναποτελεσματικός κρατικός μηχανισμός, ο οποίος μεγάλωνε και λειτουργούσε, χωρίς αξιοκρατία, μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, στη βάση εξυπηρέτησης ημετέρων κομματικών και συντεχνιακών συμφερόντων.

Έτσι, η υπογραφή της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου με τους εταίρους μας το 2010 από την τότε Κυβέρνηση για να αποφύγει η χώρα την ανοικτή χρεοκοπία με πολύ δυσμενέστερες επιπτώσεις για την κοινωνία, εμφανίστηκε ως μονόδρομος, αλλά πιστεύουμε ότι δεν αποτέλεσε μια ολοκληρωμένη και δίκαιη πολιτική αντιμετώπισης τη κρίσης, ένα εθνικό πολιτικό σχέδιο που είχε ανάγκη η χώρα και που προϋπέθετε την συνεννόηση και συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων.

Οι πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίστηκαν την κρίση, δεν μπόρεσαν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν ένα εθνικό σχέδιο αντιμετώπισής της, αλλά περιορίσθηκαν περισσότερο σε μια απλή διαχείριση των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας, απέναντι στους εταίρους και δανειστές μας. Μια διαχείριση, η οποία πολλές φορές οδηγούσε στην αποφυγή ή στην αναβολή της εφαρμογής ώριμων μεταρρυθμίσεων και στην συνέχιση της εξυπηρέτησης διαφόρων συντεχνιακών ομάδων και υπεράσπισης των συμφερόντων τους. Αλλά και οι δυνάμεις που αντιπολιτεύθηκαν τις πολιτικές αυτές, περιορίσθηκαν σε έναν άγονο λαϊκισμό και σε στείρες αντι-μνημονιακές καταγγελίες, χωρίς να αντιπροτείνουν ένα πειστικό και ρεαλιστικό σχέδιο. Σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, έχουν επιδείξει αυτά τα χρόνια της κρίσης, τα πιο άσχημα δείγματα εθνικής συνεννόησης και συναίνεσης.

«Απερίσπαστοι επιδοθήκαμε να βγάλουμε τα δικά μας τα μάτια, ο ένας τ’ αλλουνού, με ρίγη ιερής συγκίνησης στην καρδιά», για να θυμηθώ τον Αλέξανδρο Κοτζιά.
Ο κανόνας ότι, στις δύσκολες στιγμές της χώρας, χρειάζεται να υπερβαίνουμε τις κομματικές περιχαρακώσεις και να αναζητούμε το κοινό έδαφος της εθνικής συνεννόησης, όχι απλώς δεν εφαρμόσθηκε ουσιαστικά ούτε καν εμφανίστηκε την περίοδο της μεγάλης κρίσης. Κάποιες προσδοκίες δημιουργήθηκαν τον Ιούνιο του 2012 με τον σχηματισμό της τρικομματικής Κυβέρνησης, αλλά αυτή η φωτεινή σελίδα έκλεισε άδοξα ένα μόνο χρόνο μετά, με ευθύνες των ίδιων των δυνάμεων που είχαν συγκροτήσει την Κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης. Θα μπορούσαμε εδώ να απαριθμήσουμε αλαζονικές συμπεριφορές στην τρικομματική κυβέρνηση από αυτούς που είχαν και έχουν, όπως και στο σημερινό κυβερνητικό σχήμα, το πάνω χέρι. Αλλά αυτό που μας συντρίβει στον απολογισμό μας είναι η δική μας τότε αριστερά που φάνηκε να τολμά αλλά δυστυχώς δεν άντεξε ούτε την ίδια της την τόλμη, διαψεύδοντας χιλιάδες συμπολίτες που την εμπιστεύτηκαν.

Έτσι μέσα από τις συμπληγάδες της κρίσης και όλες τις παλινωδίες των Κυβερνώντων από τη μία και τον λαϊκισμό και την καταστροφολογία των αντιπολιτευομένων από την άλλη, φτάσαμε σήμερα σε ένα σημείο όπου όλοι παρατηρούμε ότι ενώ η κοινωνία άντεξε και με σκληρές θυσίες έδωσε ανάσες, το πολιτικό σύστημα για άλλη μία φορά φάνηκε ανίκανο να τις αξιοποιήσει. Αντί να μετατρέψει τις ανάσες σε οξυγόνο εξακολουθεί να πνίγεται στις αδυναμίες του και να μας πνίγει μαζί του.
Το ερώτημα τίθεται με αμείλικτο τρόπο: Η χώρα είναι έτοιμη για τη μετάβαση στην λεγόμενη μετά–μνημονιακή εποχή; Απαντούμε: η χώρα δεν είναι έτοιμη για αυτήν την μετάβαση.

Σήμερα επιβάλλεται να διατυπώσουμε με σαφήνεια τα ερωτήματα που προκύπτουν και να τους δώσουμε πειστικές απαντήσεις. Το πέρασμα στη νέα εποχή δεν θα γίνει, ούτε με τις πολιτικές που αναβάλλουν επ’ αόριστον τις αναγκαίες αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε ως Κράτος, ούτε με πολιτικές που υπόσχονται επιστροφή στο παρελθόν. Το άνοιγμα μιας νέας σελίδας για τη χώρα, δεν θα γίνει με τη συντήρηση των μηχανισμών και των πελατειακών σχέσεων του παρελθόντος, ούτε με την εμφάνισή τους με άλλη μορφή και σε νέα έκδοση. Αυτά που έχει ανάγκη η κοινωνία δεν είναι οι διαγκωνισμοί παροχολογίας και υποσχεσιολογίας που παρακολουθούμε από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης το τελευταίο διάστημα. Οι κοινωνικές αδικίες δεν αίρονται με ημίμετρα, και με επιδόματα, αλλά ούτε και με υποσχέσεις επιστροφής σε ένα παρελθόν που βύθισε την χώρα.

Η κυβέρνηση, υπό το κράτος του πανικού της για την απώλεια της πλειοψηφίας, εγκαταλείπει καθημερινά δεσμεύσεις και συμφωνηθέντα και επιδίδεται σε διαγωνισμό λαϊκισμού με τον ΣΥΡΙΖΑ, στρεφόμενη στα παραδοσιακά ακροατήρια της λαϊκής δεξιάς. Χαρακτηριστικό δείγμα ο τελευταίος ανασχηματισμός. Όχημα και των δύο στον ανταγωνισμό αυτόν, η πελατειακή συγκρότηση του κράτους. Ό,τι μας έφερε εδώ, επιστρατεύεται ξανά, ως θεραπεία.

Αυτό που χρειάζεται για το πρόβλημα του χρέους είναι να προχωρήσουμε σε μια διευθέτησή του μαζί με τους εταίρους και δανειστές μας, που θα το καταστήσει εξυπηρετήσιμο, χωρίς μονομερείς ενέργειες και μεγαλοστομίες. Η ριζική αντιμετώπισή του θα γίνει σε βάθος χρόνου, μαζί με τις αλλαγές που θα προωθηθούν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, από τις ευρωπαϊκές δημοκρατικές προοδευτικές δυνάμεις, στην κατεύθυνση της δημοκρατικής ολοκλήρωσης του, ως ευρωπαϊκού πλέον προβλήματος, μέσα από διαδικασίες αμοιβαιοποίησης του.


Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
H κρίση καθώς μεταλλάσσεται, επιβεβαιώνει προβλήματα και διαψεύδει ανυπόστατες βεβαιότητες και κάθε λογής φενακισμούς. Όχι μόνον στην Ελλάδα. Και στην Ευρώπη.
Ξέρετε, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, η επανάσταση της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών δεν έχει μεταβάλλει μόνο τους όρους της εργασίας και της αγοράς, αλλά ως γνωστόν έχει φέρει και πολύ κοντά έθνη και λαούς. Καθώς και τις ανάγκες τους. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται να υπερβεί το σημερινό επίπεδο μιας πρωτογενούς νομισματικής ένωσης που έχει κατακτηθεί και να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, μιας δημοκρατικής οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Μόνο μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αποτελέσει πειστική απάντηση όχι μόνο στην χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά και στους αναδυόμενους τοπικισμούς και στους κάθε είδους εθνικισμούς, που απειλούν την Ένωση, σε μια φάση που το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο δύσκολο και πιο ανταγωνιστικό για τα μικρά Κράτη, καθώς στον παγκοσμιοποιημένο πλέον κόσμο μας καλούνται να αντιμετωπίσουν νέες μεγάλες χώρες και ενώσεις.

Να εγκαταλειφτούν όμως και τα στερεότυπα. Το στερεότυπο των «τεμπέληδων» του Νότου έναντι των «εργατικών» του Βορρά, ούτε ερμηνεύει το ελληνικό πρόβλημα, ούτε απαντάει σε αυτό. Ακόμα και το Βερολίνο, η οικονομική μητρόπολη της Ευρωζώνης, πλήττεται με την σειρά του και αυτό, από την ανάσχεση της ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας.

Η απολυτότητα στην συνταγή της δημοσιονομικής αυστηρότητας είναι αδύνατον να ακολουθηθεί ήδη, τόσο από την Γαλλία, όσο και από την Ιταλία.
Το ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον αλλάζει, μαζί του αλλάζουμε και εμείς, αλλά πρέπει να είμαστε συνεννοημένοι για δύο πράγματα:
-               Το ένα είναι η εμμονή μας σ’αυτό. Η ΕΕ διαμορφώνει το πιο προωθημένο και προωθητικό πλαίσιο ύπαρξης και ευημερίας των λαών της.
-               Το άλλο είναι, ότι διεκδικούμε να παραμείνουμε εντός της, να είμαστε μέρος της και εμείς. Και ως πρόβλημα, και ως μέρος της λύσης της. Και εργαζόμαστε γι’ αυτό.

Η νέα φάση απαιτεί ένα Ολοκληρωμένο Εθνικό Πολιτικό Σχέδιο, παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, ριζικής μεταρρύθμισης του Κράτους και των θεσμών, με τη ενεργή συμμετοχή και αφύπνιση της κοινωνίας και των πολιτών. Ένα νέο κοινωνικό Συμβόλαιο. Μια επανάσταση του αυτονόητου, της κοινής λογικής, που θα δημιουργήσει συνθήκες συνεννόησης και συναίνεσης των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων.

Στρατηγική προτεραιότητα αυτού του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης, αποτελεί η παραγωγική ανασύσταση της χώρας. Η οικονομία μας, αξιοποιώντας τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που έχουμε σε πολλούς τομείς – είδατε την περσινή και φετινή (ακόμα πιο πολύ) έκρηξη στον τομέα του τουρισμού μας -, χρειάζεται σταδιακά να μετασχηματίζεται σε μια παραγωγική οικονομία με εξωστρέφεια και καινοτομία, που θα παράγει νέο πλούτο.

Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και κάθε υγιούς ιδιωτικής επενδυτικής πρωτοβουλίας, είναι η απάντηση στην ανεργία και την υποαπασχόληση, η απάντηση απέναντι σε κάθε είδους κρατισμό καθώς και στην κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα. Το νέο παραγωγικό μοντέλο που χρειάζεται η χώρα, για μια βιώσιμη και αειφόρα ανάπτυξη, θα βασίζεται στις αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες της χώρας σε πολλούς τομείς, στην καινοτομία, στις νέες τεχνολογίες, στην επιστημονική έρευνα και στη συνεργασία των Πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις, για την παραγωγή νέων και την βελτίωση των ήδη παραγόμενων προϊόντων αλλά και των υπηρεσιών, ώστε να μπορούν να σταθούν στην παγκόσμια αγορά.

·  Χρειαζόμαστε νέες επιχειρήσεις που θα κάνουν επενδύσεις και θα δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, χωρίς να ασφυκτιούν από την υψηλή φορολογία και τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές. Και ταυτόχρονα χρειαζόμαστε πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης, που θα υπερασπίζονται τους κοινωνικά και οικονομικά αδύνατους, τους ανέργους και τους καταστρεμμένους οικονομικά από την κρίση, που θα τους διασφαλίζεται ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.
·  Χρειαζόμαστε ένα άλλο Κράτος, αντιγραφειοκρατικό, φιλικό στην επιχείρηση και στον πολίτη, επιτελικό, ευέλικτο, που θα στελεχωθεί με αξιοκρατία και διαφάνεια. Η συνεχής αξιολόγηση δομών, υπηρεσιών και προσώπων λειτουργών, θα πρέπει να αποτελεί τον σταθερό άξονα όλων των δομών του Κράτους σε όλα τα επίπεδα. Ένα Κράτος δίκαιο, χαρακτηρίζεται ακριβώς από διαφάνεια, αξιοκρατία και συνεχή αξιολόγηση.
·  Χρειαζόμαστε ένα δίκαιο και απλό φορολογικό σύστημα, με καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, που ο καθένας θα συνεισφέρει ανάλογα με τις φοροδοτικές του δυνατότητες, το εισόδημα και την κινητή και ακίνητη περιουσία του.
·  Χρειαζόμαστε μια δικαιοσύνη που θα λειτουργεί άμεσα και αποτελεσματικά για τους πολίτες και την κοινωνία, χωρίς περιττές καθυστερήσεις και γραφειοκρατίες, απλοποιώντας πολλές από τις διαδικασίες απονομής της και αξιοποιώντας τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας.
·  Χρειαζόμαστε ένα σύστημα δημόσιας παιδείας, υγείας και ένα ενιαίο και δίκαιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, που θα παρέχει τις υπηρεσίες του σε όλους τους πολίτες και θα είναι προσβάσιμο και από τα πιο φτωχά και αποκλεισμένα τμήματα της κοινωνίας, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
·  Χρειαζόμαστε μια Περιφερειακή και Τοπική Αυτοδιοίκηση, πραγματικές αυτοκυβερνήσεις των τόπων τους, με ξεκάθαρες αρμοδιότητες και οικονομικούς πόρους, που δεν θα εξαρτώνται από την κεντρική εξουσία για να υπηρετήσουν τον ρόλο τους.

Οι απαιτούμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις πρέπει να αγκαλιάσουν όλες τις λειτουργίες και τις κρατικές δομές, για τον μετασχηματισμό σε ένα πραγματικά δημοκρατικό ευρωπαϊκό Κράτος, που θα μπορεί να παρέχει αποτελεσματικές και χρήσιμες υπηρεσίες προς την κοινωνία και τους πολίτες.

·              Χρειαζόμαστε ριζική αλλαγή του ίδιου του πολιτικού συστήματος που είναι προϋπόθεση για την μεγάλη μεταρρύθμιση του Κράτους. Το “παλιό” πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στο “νέο” και αυτό βέβαια δεν αφορά μόνο την ηλικιακή ανανέωση των στελεχών του πολιτικού συστήματος, χωρίς να σημαίνει ότι και αυτό δεν αποτελεί ζητούμενο. Αφορά κυρίως θα έλεγα και την αλλαγή και τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των κομμάτων, την διαφάνεια, την καταπολέμηση της διαφθοράς και του πολιτικού χρήματος, την εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων και την καταπολέμηση κάθε τύπου διασυνδέσεων κόμματος – Κράτους. Οι πολίτες απαιτούν πλέον κόμματα ανοικτά στην κοινωνία, με δημόσιους απολογισμούς και με διαφάνεια στη λειτουργία τους και τα οικονομικά τους. Το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος, της Βουλής, της Κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, πρέπει να υπηρετεί αυτές τις αρχές. Το πολιτικό σύστημα της νέας εποχής, οι νέοι πολιτικοί φορείς που θα δημιουργηθούν, για να μπορέσουν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, θα πρέπει να εμπεριέχουν στις αρχές τους αυτές τις αξίες.

Σήμερα το πολιτικό πρόγραμμα και οι κατευθύνσεις στους χώρους των δύο μεγάλων κομμάτων, διαμορφώνονται ερήμην της οικονομικής πραγματικότητας των ευρωπαϊκών και διεθνών δεδομένων, ενώ βρίθουν από ψευδοκοινωνικές αναφορές. Η –όποια- δημοσιονομική σταθερότητα κατακτήθηκε, απειλείται σοβαρά. Εάν συνεχιστεί η σημερινή πορεία, σύντομα θα αποτελεί παρελθόν, για να βιωθεί οδυνηρά από τους πολίτες, πως το «ψευδοκοινωνικό» είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της κοινωνίας.


Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Ωστόσο, παρά την κυριαρχία του κλίματος αυτού, μερίδα της κοινωνίας μας αρνείται να βολευτεί στις υπάρχουσες πολιτικές φόρμες και νόρμες. Μερίδα της κοινωνίας αντιλαμβάνεται πολύ πιο σύνθετα τα πράγματα απ’ ό,τι της παρουσιάζονται αυτά από νυν και δυνάμει κυβερνητικούς σχηματισμούς. Και είναι η μερίδα αυτή, που σήμερα, είτε ΔΕΝ εκπροσωπείται, είτε υποεκπροσωπείται πολιτικά. Και αυτό αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα δημοκρατίας.
Η κρίση δίδαξε κι εμάς. Και, πρέπει να το παραδεχτώ, μας άλλαξε κιόλας, όπως άλλαξε τα πάντα στη χώρα.
Είναι μεγάλη η διαδρομή μας στην ιστορία αυτού του τόπου. Σ’αυτόν τον τόπο μεγαλώσαμε μαζί και με την αριστερά. Συμβάλλαμε – όσο το καταφέραμε, πάντως το προσπαθήσαμε με όλες μας τις δυνάμεις – στην δημοκρατική εξέλιξη του τόπου. Σε συνθήκες ανεπτυγμένης δημοκρατίας όμως, ήρθε η κρίση για να μας καταδείξει το προφανές: ότι οι συνήθεις ευκολίες την εκφορά του πολιτικού λόγου και την διαχείριση των προβλημάτων είναι όχι απλώς άχρηστες αλλά και επικίνδυνες. Μας έθεσε προ των ευθυνών μας. Ωριμάσαμε μαζί της. Και αποφασίσαμε – όχι εύκολα, ούτε χωρίς προβλήματα, καθυστερήσεις και αντιφάσεις – ότι θα αναλάβουμε τις ευθύνες μας.


Με τις σκέψεις, λοιπόν, αυτές και, με απόλυτη επίγνωση των υποκειμενικών και αντικειμενικών δυσκολιών και την πολυπλοκότητα της συγκυρίας, προχωρούμε στο σημερινό εγχείρημα, γιατί «πάντα θα ’χουμε ανάγκη από ουρανό», όπως έγραψε ο Μίλτος Σαχτούρης.

Συγκροτούμε με πλήρη συνείδηση των ευθυνών μας ένα νέο πολιτικό χώρο, συγκροτούμε τους
«ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ
 για την δημοκρατία και την ανάπτυξη»

Δεν πρόκειται για πρωτοβουλία με απαντήσεις έτοιμες για όλα. (Είμαστε όλοι άνθρωποι με ιστορία και η συγκρότησή μας, αυτό ειδικά μας το απαγορεύει).

Δεν συγκροτούμε τους ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ αυτοπροβαλλόμενοι ως οι αυθεντικοί. Αυθεντική είναι η ανησυχία μας. Αυθεντική, επίσης κατά τη γνώμη μας, είναι και η ανάγκη για την οικοδόμηση λύσεων και προοπτικής γι’ αυτή τη χώρα.

Δεν αυτοπροσδιοριζόμαστε ως «το νέο» και «το καθαρό». Στην πολιτική, όπως και στην κοινωνία, ποτέ το «νέο» ή το «καθαρό» δεν υπήρξε αμιγώς νέο, ή καθαρό. Ούτε και θα ήταν χρήσιμα εξάλλου ως τέτοια.

Άρα δεν πρόκειται να αναλωθούμε σε τέτοιους αυτοδιαψευδόμενους προσδιορισμούς και ανταγωνισμούς. Το πολιτικό σκηνικό της χώρας ανασυντίθεται και η ανασύνθεση πραγματοποιείται με όρους πολιτικούς και όχι άλλους, εκτός πολιτικής. Παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, εμείς πιστεύουμε ότι οι πολιτικές δυνάμεις στην χώρα είναι υπό διαμόρφωση.
Εμείς, οι ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ, παίρνουμε αυτήν την πολιτική πρωτοβουλία, όχι για να αποτελέσουμε απλώς άλλη μια πρόταση διαλόγου. Συγκροτούμε πολιτικό χώρο και φιλοδοξούμε να παρέμβουμε στις εξελίξεις και να συμβάλλουμε σε δημοκρατικές και προοδευτικές κατευθύνσεις στην νέα εποχή.

Εμείς, οι ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ, εμπνεόμαστε από τις αξίες της ανανεωτικής αριστεράς και της ιστορικής της διαδρομής, αντλούμε από τον πολιτικό φιλελευθερισμό, από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, από την πολιτική οικολογία.

Πριν ακόμα εκδηλώσουμε αυτήν την σημερινή ειλικρινή φιλοδοξία να συγκροτηθούμε για να συμβάλουμε στην κοινή προσπάθεια της ανασύνθεσης και ενότητας του δημοκρατικού χώρου, ακούσαμε κάποιες πρόχειρες (κάνω την πιο ήπια διατύπωση) ενστάσεις, που καταλήγουν στο ερώτημα:
«Τι χρειάζεται μία ακόμη πολιτική συσπείρωση;».
Απευθύνομαι σε ανησυχούντες παλιούς και νέους ιδιοκτήτες του χώρου.
Συγκάτοικοι είμαστε.

Δεν ερχόμαστε για να κλέψουμε από οποιονδήποτε το οτιδήποτε. Για να προσθέσουμε ερχόμαστε στον κοινό κορβανά, παρότι εμείς πρέπει να ανησυχούμε, και δικαίως νομίζω, για επιμονές και αρχηγισμούς.
Δεν μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε ένα άλλο «στέκι» για να στεγάσουμε κάποιες ματαιοδοξίες μας. Η πρωτοβουλία μας έρχεται να συνδράμει στην ανάδειξη δύο βασικών αναγκών που έχει σήμερα το απαξιωμένο πολιτικό μας σύστημα.

Η πρώτη ανάγκη είναι να αναδείξουμε και να στηρίξουμε την αναγκαιότητα της πολιτικής συνεννόησης και συναίνεσης των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου. Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι πολεμικές κραυγές και οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί για τον πολιτικό αντίπαλο, εμείς πιστεύουμε ότι ο τόπος μας χρειάζεται σταθερότητα, συνεννόηση και υπευθυνότητα από τις πολιτικές δυνάμεις.

Χρειαζόμαστε ευρύτερες συγκλίσεις για Κυβερνητικές λύσεις. Χρειαζόμαστε συμφωνίες σε ένα ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο για τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα μας.

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, η πολιτική περί την έξοδο από το μνημόνιο προχειρότητα της κυβέρνησης και η αβεβαιότητα που σπέρνει η αφροσύνη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτά δηλαδή που οδήγησαν στην κάθετη πτώση του ελληνικού χρηματιστηρίου και την εκτόξευση των spreads, επιβεβαίωσαν με δραματικό τρόπο την ανάγκη στοιχειώδους εθνικής συνεννόησης για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας και την είσοδο της χώρας στη νέα εποχή.
Επιβεβαίωσαν με δραματικό τρόπο την πρότασή στη Βουλή για την ανάγκη συναίνεσης και στο κυβερνητικό επίπεδο, συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης. Και επανέρχεται το πρόβλημα. Οι πολιτικοί κίνδυνοι ενεργοποιούν οικονομικούς, ενώ οι οικονομικοί κίνδυνοι εφ’όσον παραταθεί η ζωή τους, παράγουν πολιτική αστάθεια. Και είμαστε εμείς τα πολιτικά υποκείμενα της χώρας, που πρέπει να παρέμβουμε διακόπτοντας τον φαύλο κύκλο.

Ναι, χρειάζονται μεγάλες συναινέσεις.

Ας μου ξαναγίνει κριτική ότι η πρόταση της συνεννόησης δεν είναι εφικτή. Εγώ καταθέτω προτάσεις που πιστεύω βαθιά ότι είναι όχι απλώς χρήσιμες αλλά απαραίτητες για την χώρα. Και όπως έχω πει άλλοτε και αλλού «περπατώντας ανοίγουμε τους δρόμους». Το αισιόδοξο αυτές τις μέρες: Τώρα πια έχουν πληθύνει όσοι σκέφτονται και μιλούν προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η δεύτερη ανάγκη αφορά την μεγάλη συνάντηση όλων των δυνάμεων του ιστορικού δημοκρατικού χώρου. Από το δημοκρατικό και φιλελεύθερο κέντρο, τους σοσιαλιστές, έως και την ανανεωτική αριστερά. Μία τέτοια μεγάλη προοδευτική δημοκρατική παράταξη, μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική δύναμη που θα συμβάλλει σε μία ασφαλή δημοκρατική και προοδευτική πορεία της χώρας.

Οι ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ καταθέτουμε σήμερα την ειλικρινή μας βούληση για πολιτική συνάντηση και συνεργασία όλων των κομμάτων, φορέων, κινήσεων και προσώπων που αυτοπροσδιορίζονται στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο. Μας ενώνουν πολλά, μας χωρίζουν λίγα.

Εμείς, οι ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ, απευθυνόμαστε επίσης σε όλους τους δημοκρατικούς, προοδευτικούς πολίτες και τους καλούμε να συμπαραταχθούν μαζί μας, να πλαισιώσουν την προσπάθειά μας.

Να συγκροτήσουμε πολιτικές κινήσεις ανοικτές στην κοινωνία και στους πολίτες, σε όλες τις πόλεις της χώρας.

Να ανοίξουμε ένα μεγάλο διάλογο με τις άλλες δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις.

Να ορθώσουμε μέτωπο απέναντι στον δεξιό και τον αριστερό λαϊκισμό, τον ρατσισμό και τον νεοναζισμό.

Φιλοδοξία μας είναι να αποτελέσουμε έναν πολιτικό χώρο που θα επιδιώξει να υπερβούμε όλοι αντιπαλότητες, μικρότητες, ηγεμονικές και αλαζονικές συμπεριφορές που ταλανίζουν τον δημοκρατικό, προοδευτικό χώρο και απογοητεύουν τους πολίτες.

Φιλοδοξούμε να γίνουμε ένας χώρος που θα θέσει βάσεις για συνεργασία με τις άλλες προοδευτικές και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, για την συγκρότηση της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης.

Να γίνουμε ΕΝΑ φαίνεται ότι είναι ακατόρθωτο σήμερα, να ενώσουμε όμως τις δυνάμεις μας μπορούμε.



Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Αυτή όμως η ένωση των δυνάμεών μας είναι βέβαιο, ότι έχει υποκειμενικές και αντικειμενικές δυσκολίες. Δυστυχώς, οι ευκολίες τελείωσαν οριστικά για μας. Οφείλουμε να συναντηθούμε άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές καταγωγές· με κυβερνητική εμπειρία και όχι.
Δεν είναι εύκολη η συνάντηση αυτή. Νομίζω, όμως, ότι είναι αναγκαία. Εάν επιτευχθεί, θα πρόκειται για κάτι σημαντικό. Όμως, οι πρωτοβουλίες δεν παίρνονται, για να μελετηθούν in vitro από πολιτικούς επιστήμονες. Παίρνονται, για να ανταποκριθούν in vivo στις απαιτήσεις της συγκυρίας και, κυρίως, να ανταποκριθούν αποτελεσματικά. Να είναι χρήσιμες.
Άρα, η συνάντησή μας αν υπάρξει οφείλει να είναι ειλικρινής και τολμηρή.
Ξεκινάμε σήμερα για άλλη μία φορά μία μεγάλη προσπάθεια. Τον δρόμο τον ξέρουμε. Τον περιέγραψα. Τα μονοπάτια ψάχνουμε, για να βγούμε όλοι μαζί στη δημοσιά.
Ποτέ δεν πιστέψαμε στις βεβαιότητες.
Ανήκουμε στη μεγάλη παράδοση των ανανεωτικών προσπαθειών που τράβηξαν τα βήματά μας. Μέσα από το πάθος για τόλμη στη σκέψη και ανανέωση στην πολιτική, μάθαμε και ταυτίσαμε τους αγώνες μας με την δημοκρατία, τα δικαιώματα, την διαφορετικότητα.
Δεν πετύχαμε ως τώρα αυτά που επιδιώξαμε.
Θα επιμείνουμε όμως.
Με όπλο πάντα, κάτι που νομίζω πως όλοι αναγνωρίζετε ότι μας χαρακτηρίζει: την ειλικρίνεια.
Γιατί όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης «κείνο που μας προσάπτουνε τα χελιδόνια, η Άνοιξη που δεν φέραμε είναι ακριβώς η αγνότητά μας».
Σας ευχαριστώ.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Το έργο παίζεται σε επανάληψη (της Άννυς Ποδηματά)

Τα είδαμε (πάλι) όλα, τις μέρες που προηγήθηκαν. Είδαμε την κατάρρευση του Ελληνικού Χρηματιστηρίου και είδαμε τις αγορές να μας δείχνουν (πάλι) τα δόντια τους. Είδαμε την πόλωση να κορυφώνεται και το πολιτικό κλίμα να δηλητηριάζεται, είδαμε –κυρίως ακούσαμε- την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση να καυγαδίζουν για το ποιος ευθύνεται για την άνοδο των spreads και τον αποκλεισμό των αγορών.

Είχε προηγηθεί ο καυγάς «ποιος θα μας βγάλει (ή ποιος θα σκίσει) πρώτος το Μνημόνιο, που κυριάρχησε στην τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Επιβεβαιώνοντας την στροφή της κυβέρνησης προς τον αντι-μνημονιακό λαϊκισμό, που σφραγίστηκε από τον ανασχηματισμό, ως απάντηση στην πρωτιά ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαϊου. Ευτυχώς για τη χώρα, οι «μονομάχοι» μπήκαν στην αρένα το βράδυ της Παρασκευής, που οι αγορές, το χρηματιστήριο και οι τράπεζες είχαν κλείσει…

Το έργο όμως το έχουμε ξαναδεί. Έχει παιχτεί πολλές φορές, με διάφορες παραλλαγές, κατά τη διάρκεια της τελευταίας 5ετίας. Και πάντοτε καταλήγει να περιπλέκει, να καθυστερεί και εν τέλει να υπονομεύει την ασφαλή έξοδο της χώρας από την κρίση.

Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι για τους οποίους το έργο επαναλαμβάνεται:

- Ο πρώτος είναι ότι σ' όλη τη διάρκεια της κρίσης το πολιτικό σύστημα απέφυγε συστηματικά τη συζήτηση γύρω από το τι και γιατί μας συνέβη. Γιατί χρεοκοπήσαμε. Κατά καιρούς, από μερικούς αιθεροβάμονες πολιτικούς, διάσπαρτους και μειοψηφικούς, εντός κι αρκετούς πια εκτός των ίδιων τους των κομμάτων, ελέχθησαν κάποια πράγματα αλλά η συντεταγμένη συζήτηση δεν αποτολμήθηκε ποτέ, από κανένα κόμμα. Λογικό, γιατί μια τέτοια ατζέντα θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε καταλογισμό (πολιτικών) ευθυνών και –το κυριότερο-σε τεκτονικές αλλαγές στη δομή, λειτουργία και νοοτροπία του πολιτικού (και όχι μόνο) συστήματος που κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Έτσι, οι βασικές παθογένειες σπρώχτηκαν (ξανά) κάτω από το χαλί και στη θέση τους (επαν)ήλθαν τα συνωμοτικά σενάρια για το «ποιος, πώς και γιατί» οδήγησε τη χώρα στο Μνημόνιο και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Έστω με αποχρώσεις και παραλλαγές, όλοι βολεύονταν με την επιλογή να «φορτωθούν» στην τρόϊκα και το Μνημόνιο όλα τα δεινά της χώρας. Η «χρυσή εποχή» του ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη αρχίσει..

- Ο δεύτερος λόγος είναι γνωστός (και σε μας και στους εταίρους και στις αγορές). Είναι η συνεχής και συστηματική απουσία ακόμα και της στοιχειώδους συνεννόησης για να αντιμετωπιστούν τα τεράστια προβλήματα της ελληνικής κρίσης. Το παλιό δικομματικό σύστημα είχε δημιουργήσει μεγάλη παράδοση σ αυτό, την οποία επάξια συνεχίζει και τελειοποιεί ο νέος μικρός δικομματισμός Νέας Δημοκρατίας -ΣΥΡΙΖΑ. Να θυμηθούμε: Την πρώτη περίοδο, η ΝΔ σφυροκοπούσε την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με καταγγελίες, με Ζάππεια και ρητορική Καμμένων. Υποκινούμενη από τη δίψα για εξουσία, ζητούσε συνεχώς πρόωρες εκλογές, συμβάλλοντας στη μεγέθυνση του αντι-μνημονιακού μπλοκ και ρίχνοντας νερό στο μύλο του ΣΥΡΙΖΑ. Όπου στο μεταξύ, είχαν αρχίσει να βρίσκουν καταφύγιο πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, προτιμώντας το δημοφιλές αφήγημα «της επιστροφής στο παρελθόν» από το δυσβάστακτο βάρος της ανάληψης ευθύνης για τη ζοφερή πραγματικότητα.  Όταν, μετά τις εκλογές του 12, η Νέα Δημοκρατία αναγκάστηκε να «κάνει τη στροφή» δημιούργησε ίλιγγο σε στελέχη και ψηφοφόρους της, οδηγώντας τους είτε στην ανεξαρτητοποίηση είτε σε αντι-μνημονιακά κόμματα. Επιχειρώντας σήμερα να τους επαναπατρίσει, (ξανα)θυμάται το αντι-μνημονιακό της παρελθόν, αλλά (αυτό) το γήπεδο έχει πλέον καταληφθεί ολοκληρωτικά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος - ζητώντας σήμερα επίμονα εκλογές, δεν κάνει τίποτα διαφορετικό απ αυτό που έκανε η Νέα Δημοκρατία το 2012…

- Ο τρίτος λόγος, απότοκος των άλλων δυο, αλλά με ρίζες πιο βαθιές, είναι ο επαρχιώτικος ελληνοκεντρισμός μας. Είναι αλήθεια ότι για την κρίση δεν φταίμε μόνο εμείς, ότι η κρίση ήταν συστημική κι ότι εξελίχτηκε σε κρίση του ευρώ, συνδεόμενη (και) με τις κατασκευαστικές ατέλειες της ευρωζώνης. Είναι αλήθεια ότι οι ηγέτες της ευρωζώνης στρουθοκαμήλιζαν επί μακρόν κι ότι καθυστέρησαν –όπως κι εμείς άλλωστε-να κατανοήσουν τι συνέβαινε και να αντιδράσουν. Είναι επίσης αλήθεια ότι η αντίδραση δεν ήταν μόνο καθυστερημένη, ήταν και αποσπασματική και ιδεοληπτική, με αποτέλεσμα η κρίση να βαθύνει και να διαχυθεί, ενώ θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί πιο γρήγορα και με πολύ μικρότερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Όλα αυτά ισχύουν. Μόνο που δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται ως «άλλοθι» από μας για τα καθ ημάς αλλά ως επιχειρήματα για διορθώσεις. Πληρώνουμε ακριβά την αδυναμία –ή άρνηση(;)-κατανόησης και προσαρμογής μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος όχι τόσο στους «λογιστικούς» κανόνες της ΕΕ και της ΟΝΕ ( έλλειμμα, χρέος, ενιαία αγορά κλπ.) όσο στη λογική των συνεργειών και των αλληλεπιδράσεων που συνεπάγεται η συμμετοχή στην ΕΕ και κυρίως στην ευρωζώνη. Αυτή η γενική αρχή, που ισχύει γενικώς, ισχύει στο πολλαπλάσιο σε συνθήκες κρίσης κι όταν μάλιστα μέρος της κρίσης είναι και η Ελλάδα. Βασικός κανόνας, η αποφυγή μονομερών κινήσεων (αλλά και δηλώσεων πολλές φορές), χωρίς να έχει προηγηθεί συνεννόηση σε θεσμικό επίπεδο με τους εταίρους. Όχι γιατί «έτσι είναι το σωστό» ούτε γιατί κάποιος στο επιβάλλει. Αλλά γιατί αλλιώς καταλήγεις να πληρώνεις πολύ πιο ακριβά αυτό το οποίο θέλεις να αποφύγεις..

Κάπως έτσι φτάσαμε στα γεγονότα των τελευταίων ημερών.

Οι διαρροές για το τέλος του προγράμματος, την απεμπλοκή από την (εκκρεμούσα) χρηματοδότηση του ΔΝΤ και την επιστροφή μας στις αγορές, «επισημοποιήθηκαν» από την ομιλία του Π/Θ στη Βουλή, την Παρασκευή το βράδυ. Πριν από τη συνάντηση Χαρδούβελη-Λαγκάρντ στο ΔΝΤ και πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup τη Δευτέρα το βράδυ. Μπαίνοντας στο γήπεδο του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση έβαλε το κάρο μπροστά από το άλογο, μην υπολογίζοντας τον κίνδυνο το άλογο να πατήσει το κάρο..

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Στη μακρά ιστορία της κρίσης, όσες φορές κινηθήκαμε μονομερώς, κάτω από την πίεση του εσωτερικού αντι-μνημονιακού μετώπου, το πληρώσαμε ακριβά. Το πληρώσαμε με το δημοψήφισμα, το πληρώσαμε με το «διώξιμο» της τρόϊκας και με άλλα πολλά. Θα έπρεπε να έχουμε μάθει. Διότι, είχε δίκιο ο Χαρδούβελλης όταν είπε ότι «οι αντιδράσεις των αγορών είναι υπερβολικές» και δεν αντανακλούν τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας. Αλλά ακριβώς επειδή οι αγορές είναι υπερβολικές κι επικρατεί (ξανά) νευρικότητα κι ανησυχία για την εξέλιξη της ευρύτερης κρίσης της ευρωζώνης - λόγω Γαλλίας, Ιταλίας αλλά και Γερμανίας (υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής- θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί.

Όταν όμως καλλιεργείς συστηματικά την αντίληψη ότι «το Μνημόνιο έφερε την κρίση» κι όχι «η κρίση το Μνημόνιο», αυτό που ακολουθεί είναι ότι «τελειώνοντας με το Μνημόνιο, τελειώνουμε και με την κρίση». Κι ενώ το πραγματικό διακύβευμα για τη χώρα και τους πολίτες είναι το «πότε και το πώς», με την έννοια της σταδιακής, ασφαλούς και καλά προετοιμασμένης εξόδου της χώρας από το πρόγραμμα, μεταθέτεις τη συζήτηση στο «ποιός». Εκεί όμως, από τότε που η ΝΔ έκανε στροφή, «γηπεδούχος» είναι εκείνος που καταγγέλλει και σκίζει το Μνημόνιο με αταλάντευτη συνέπεια, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ…

πηγη: athensvoice.gr