ΦΙΛ

ΦΙΛ

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Κρίσεις ταυτότητας στο μεταρρυθμιστικό πολιτικό σκηνικό στερέωμα

Όσοι μεγαλώσαμε μεταπολιτευτικώς μέσα σε κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς δεχθήκαμε να πιστέψουμε αξιωματικά σε μια πολιτική πλάνη. Κάποιοι θα πουν, όχι σε μια σε πολλές. Πιθανόν, αλλά εδώ μια μας ενδιαφέρει, αυτή που λέει ότι, κάθε κυβέρνηση, η οποία προέκυπτε έπειτα από κάθε εκλογική διαδικασία, ήταν εξ ορισμού «αντιλαϊκή» και δεν αντικατόπτριζε την πραγματική «λαϊκή θέληση».

Αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελούσε επί δεκαετίες, και σε ένα βαθμό αποτελεί ακόμα, τη θεωρητική βάση για την άρνηση ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών από την αριστερά. Υποβοηθούμενη από δυο παράπλευρα θεωρητικά κατασκευάσματα αυτό του «δικομματισμού», καθώς και αυτό του «ληστρικού εκλογικού νόμου», η  αριστερά βολεύτηκε για πολλά χρόνια, με κάποιες επί μέρους φωτεινές εξαιρέσεις βεβαίως, στην εκ του ασφαλούς καταγγελία και στη μακάρια άρνηση κάθε κυβερνητικής ευθύνης.

Δεν ήταν έτσι όμως. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, οφείλουμε να κάνουμε τη μεγάλη παραδοχή, ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις που συγκροτήθηκαν τουλάχιστον μεταπολιτευτικώς βρισκόντουσαν εν τέλει σε σύμπνοια με τη «λαϊκή βούληση», αποτύπωναν ουσιαστικά αυτό που το εκλογικό σώμα είχε αποφασίσει.

Όσο δούλευε το σχήμα του δικομματισμού τα πράγματα ήταν απλά. Όλα τα παραπάνω σήμαιναν απλά μια εναλλαγή μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Ο εκλογικός νόμος μπορεί να μην ήταν και ότι το δικαιότερο, αλλά κανείς δε μπορεί να ισχυρισθεί ότι οδηγούσε σε κάτι άλλων εκτός ελαφρών παρεκκλίσεων επί του εκλογικού αποτελέσματος, οι οποίες δεν αλλοίωναν το χαρακτήρα της απόφασης του εκλογικού σώματος.

Έχει σημασία να καταλάβουμε αυτό, ότι δηλαδή οι κυβερνήσεις που μας κυβέρνησαν τις περασμένες δεκαετίες ήταν αυτές που τελικά ήθελε ο λαός να είναι. Και έχει σημασία διότι μας βοηθά να δεχθούμε και να κατανοήσουμε ότι, και η παρούσα κυβέρνηση είναι δημιούργημα του εκλογικού αποτελέσματος, είναι και αυτή δηλαδή, ότι ζήτησε ο λαός με την ψήφο του.

Ο λαός θέλει συνεργασίες λοιπόν. Για αυτό και δε δίνει σε κανένα καθαρή και μοναδική εντολή για κυβέρνηση. Οι υπάρχοντες πολιτικοί σχηματισμοί ωθούμενοι από τις φυσικές δυνάμεις της αδράνειας, καθυστέρησαν να το κατανοήσουν αυτό. Αλλά και όταν άρχισαν να αντιλαμβάνονται το νέο ερέθισμα, αυτό πρώτα τους οδήγησε μέσα από νέου τύπου πολιτικές διεργασίες σε μια προσπάθεια επανακαθορισμού της ταυτότητάς τους.

Η αργοπορημένη αντίδραση των πολιτικών σχηματισμών στις νέες απαιτήσεις, είχε σαν επόμενο την καθυστέρηση στην αναδιάταξή τους έτσι ώστε να γίνει σαφέστερη πλέον η διατύπωση των χαρακτηριστικών τους, σύμφωνα με τα νέα σύγχρονα κριτήρια. Για την ακρίβεια η διαδικασία αυτή είναι σε εξέλιξη ακόμα, και πολύ πιθανό σήμερα να ζούμε το κρεσέντο της, ή τουλάχιστον το ξεκίνημά του.

Η αργοπορία όμως αυτή στο καθορισμό νέας σύγχρονης ταυτότητας των πολιτικών σχηματισμών, ήταν το κύριο αίτιο για την καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της κρίσης από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που είχαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό κοινή ματιά στον τρόπο αντιμετώπισης (ανανεωτική αριστερά – σοσιαλδημοκρατία – φιλελεύθεροι αρνητικών άμα τε και θετικών τυπικών αποκλίσεων).
Για να το πούμε με απλά λόγια, αποδεικνύεται σήμερα ότι οι έως σήμερα προσπάθειες συσπείρωσης των δυνάμεων στη βάση ενός κοινού προοδευτικού μεταρρυθμιστικού λόγου, όπως αυτές οι προσπάθειες εκφράστηκαν και εκφράζονται έως σήμερα, μέσα από πρωτοβουλίες των 58 και Ελιές, πέφτουν στο κενό ακριβώς διότι οι εν δυνάμει φορείς τους δεν έχουν καταλήξει σε βασικά ζητήματα συνοχής τους.

Οι κεντροδεξιές φιλελεύθερες δυνάμεις ζούνε τη δόξα περιθωριακών αριστερών γκρουπούσκουλων άλλων εποχών όταν αφοσιώνονται στο να διεξάγουν «αιματηρούς» ιδεοληπτικούς αγώνες για το αν έχουν δίκιο οι Μονεταριστές, ή οι Αυστριακοί, με τόσο πάθος, ώστε το πάλαι πότε επίδικο αν το Μ-Λ μπαίνει μπροστά ή πριν από το ΚΚΕ να ωχριά μπροστά του. Η αναζήτηση της φιλελεύθερης ιδεολογικής καθαρότητας τους έχει αποκόψει για τα καλά από την κοινωνία.

Η ανανεωτική αριστερά αποδείχθηκε πλήρως ανέτοιμη να αναλάβει ρόλο στις νέες εξελίξεις. Ας μην επαναλαμβανόμαστε, την ιστορία την ξέρουμε όλοι. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Η κίνηση τού Λυκούδη, η οποία προφανώς φιλοδοξεί να στεγάσει όσους θέλουν να φέρουν ακόμα την ταυτότητα της αρχής της παραγράφου, βρίσκεται ακόμα στα καλούπια, δεν έχουν πέσει καν τα μπετά. Πάμε αργά – αργά, με την αριστοκρατική μεγαλοπρέπεια και αμφισημία που δίδαξε ο πατέρας Κρόνος – Κουβέλης.

Σε λίγο πιο προχωρημένη κατάσταση οργανωτικά βρίσκεται το πολλά (υπερβολικά πολλά όμως) υποσχόμενο Ποτάμι. Βεβαίως και αυτό δεν έχει καθορίσει τα περισσότερα στοιχεία της ταυτότητάς του. Σε ένα βαθμό αυτό ίσως ήταν και αρχική επιδίωξη του ιδρυτή του, αλλά όσο περνά ο καιρός θα καθίσταται όλο και περισσότερο αναπόφευκτη η πολιτική σταθεροποίησή του σε αρχές και σημαινόμενα. Ήδη εξοστρακίζονται οι προς ΣΥΡΙΖΑ αλλοιθωρίζοντες, αν και αυτό θα μπορούσε να αποδεχθεί μια πρόσκαιρη κίνηση τακτικής και μόνο.

Μετά την προαναφερθείσα αποτυχία των 58, η προσπάθεια της Ελιάς – Δημοκρατικής Παράταξης φάνηκε η πιο ελπιδοφόρα για όσους παρέμεναν ακόμα πιστοί στην ιδέα μια ενωτικής δημοκρατικής παράταξης. Αποδεικνύεται όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, κύριος φορέας και εκφραστής αυτής της προσπάθειας, δε μπορεί να σηκώσει το βάρος πραγματοποιώντας τις αναγκαίες υπερβάσεις για την πραγματική ενωτική ολοκλήρωσή της.

Και δε μιλώ για την πραγματικά αστεία εσωτερική αντιπαράθεση μεταξύ των so called ΓΑΠικών και Βενιζελοσημιτικών, η οποία δίνει στον παραέξω κόσμο την εντύπωση ότι γίνεται μόνο και μόνο για τις σημαίες και τα σύμβολα. Η πραγματική κρίση ταυτότητας αφορά στην Ελιά – Δημοκρατική Παράταξη και αφορά στο χαρακτήρα που αυτή θα έχει ως πολιτικός οργανισμός.

Σε προηγούμενο γραπτό μου καθιστούσα ως σημαντικότερη όλων στην πορεία για το επικείμενο συνέδριο της την ανάγκη να τεθούν συγκεκριμένοι ρητοί και σταθμισμένοι στόχοι, οι οποίοι στο βαθμό της επίτευξής τους θα μετρούσαν την επιτυχία και την αποτυχία της.

Ρητοί και σταθμισμένοι στόχοι σημαίνει να πεις: Εμείς θέλουμε στη Δημοκρατική Παράταξη, τον Άλφα, τον Βήτα, τον Γάμα και τον Δέλτα. Τον Άλφα τον θέλουμε οπωσδήποτε (100%), τον Βήτα 75%, τον Γάμα 50%, και τον Δέλτα 25%. Εννοείται όχι ως επισκέπτες – παρατηρητές – χαιρετιστές αλλά ως συμμέτοχοι και σύμμαχοι. Το μέγεθος της επιτυχίας του Συνεδρίου θα ήταν εύκολα μετρήσιμο πλέον από τον βαθμό της ανταπόκρισης στις προσκλήσεις και επαφές των οργανωτών. Επιπλέον μέσα από αυτή τη διαδικασία θα αποτυπωνόταν επί τέλους η σειρά των επιθυμητών ισότιμων συνοδοιπόρων μας, και έτσι θα ξεκίναγε και μια λογική στο τι είμαστε υποχρεωμένοι να θυσιάσουμε σε μια βάση αμοιβαίων παραχωρήσεων εκατέρωθεν ώστε να επιτευχθεί η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη».

Αντ΄ αυτού φαίνεται ότι κερδίζει μια άλλη αντίληψη έδαφος η οποία λέει «πάμε όπως πάμε κι ότι καταφέρουμε». Αρχικά κάποιος θα μπορούσε να πει ότι αυτή η αντίληψη βασίζεται σε μια αθωότητα και απλή καλή διάθεση να προχωρήσει η δημοκρατική παράταξη μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα ευφορίας και ψυχικής κεντροαριστερής ανάτασης.

Είναι όμως έτσι στ΄ αλήθεια τα πράγματα ή υπάρχουν βαθύτερα αίτια; Αν ακτινογραφήσουμε λίγο το τι ειπώθηκε στην εκδήλωση της Πέμπτης στο Κάραβελ, και τα πραγματικά νοήματα διαφαίνοντο μέσα από τις ομιλίες κάποιων στελεχών και την παρέμβαση του κ. Βενιζέλου.

Το κλειδί για το ξεκλείδωμα της πραγματικής υπόστασης της υπό δημιουργίαν δημοκρατικής παράταξης αποτέλεσε η περί παραγωγικής ανάπτυξης ομιλία του κ. Καλογήρου, ο οποίος σε ένα κρεσέντο σοσιαλισμού των σέβεντις ονόμασε το δημόσιο τομέα ως το μοναδικό ελπιδοφόρο φορέα αυτής της ανάπτυξης. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς επ΄αυτού. Θα μπορούσε να αναλωθεί σε άσκοπες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις τύπου Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού για την ιδιωτική ή τη δημόσια προέλευση της ανάπτυξης. Θα μπορούσε να αντιπαραθέσει λογικά επιχειρήματα* εναντίον αυτής της θέσης.

Δεν είναι εκεί το πρόβλημα όμως. Το πρόβλημα είναι ότι με αυτό το προωθούμενο σκεπτικό η δημοκρατική παράταξη καπελώθηκε με ένα σοσιαλδημοκρατικό τρόπο οικονομικής ανάπτυξης και μάλιστα παλαιάς εποχής. Είναι σα να λέμε ότι η δημοκρατική παράταξη θα στεγάσει μόνο όσους αποδέχονται αυτό το μοντέλο. Έκτοτε, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης η έννοια «σοσιαλδημοκρατία», συνδυασμένη αρμονικά με την έννοια «ΠΑΣΟΚ» σκέπαζε όλο και πιο πολύ μέσα από τις εισηγήσεις αυτήν την εκδήλωση παίρνοντας κυρίαρχη θέση στο χαρακτήρα της.

Αυτό βέβαια δεν είναι κατ΄ ανάγκη κακό. Ίσως αποδειχθεί και καλό, υπό την έννοια ότι και αυτή η τρίτη μεταρρυθμιστική συνιστώσα, με την εδώ απαριθμούμενη σειρά, αποκτά το χαρακτήρα της, πράγμα που θα βοηθήσει περισσότερο τις συσπειρωτικές διεργασίες στον ευρύτερο χώρο. 

Αρκεί βέβαια να συνειδητοποιήσουμε κάτι βασικό. Δε μιλάμε πλέον για Ελιά, δε μιλάμε για ευρύτερη δημοκρατική παράταξη, η οποία θα σκεπάσει ευρύτερες δημοκρατικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις. Μιλάμε για ένα σαφώς καλύτερο, σαφώς πιο προοδευτικό, σοσιαλδημοκρατικό, μεταρρυθμιστικό ΠΑΣΟΚ με άλλο όνομα, το οποίο θα πάρει τη θέση του τελευταίου στο κοινωνικοπολιτικό στερέωμα, απαλλαγμένο από τις κακές αναφορές του παρελθόντος.

Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η δημοκρατική παράταξη πλέον δε μπορεί να εκπροσωπήσει το ευρύτερο μεταρρυθμιστικό φάσμα εκτός της σοσιαλδημοκρατίας, τις πιο φιλελεύθερες δυνάμεις αυτές που δε θέλουν να αναγορεύσουν το κράτος σε επίσημο φορέα της επικείμενης ανάπτυξης.

Αυτό που μένει είναι να συγκροτηθεί μεν η δημοκρατική παράταξη με επιτυχία στο επικείμενο συνέδριο της, με πλάνο μακράς πνοής, αλλά να αναγνωρίσει ως ισότιμους συνομιλητές, στο μέτρο που η κοινωνία και το εκλογικό σώμα τους καθιστά τέτοιους, και τους υπόλοιπους υπάρχοντες μεταρρυθμιστικούς πολιτικούς φορείς, και από κει και πέρα να τεθούν οι βάσεις και οι στόχοι για μια εκλογική συνεργασία στη βάση κοινών αποδεκτών αρχών και επιδιώξεων, μέσα από ένα τετραετές πρόγραμμα για την παραγωγική αναστροφή της κρίσης, με λίγα αλλά ουσιαστικά βραχύχρονα απτά αποτελέσματα.

Εμού του ιδίου

*Τα λογικά επιχειρήματα που θα μπορούσε να αντιπαραθέσει κάποιος στην αναγόρευση του δημόσιου ως κύριου φορέα παραγωγικής ανάπτυξης είναι τα εξής:
   Υπάρχουν συγκεκριμένοι οικονομικοί παράγοντες και αίτια που καθιστούν ασύμφορη την ιδιωτική επένδυση, και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο αυτά θα παραμείνουν ουδέτερα στην περίπτωση της δημόσιας επένδυσης.
Αντίθετα η δημόσια επένδυση υπό αυτό το καθεστώς θα ευνοήσει περιπτώσεις κατάχρησης και παράνομης εκμετάλλευσης του δημόσιου χρήματος.
        
Πραγματικός σκοπός του κράτους είναι να εξαλείψει αυτούς τους παράγοντες ώστε να ανθήσει η μακροπρόθεσμη ιδιωτική επένδυση, και ίσως να παρεμβαίνει ως σκανδάλη σε περιπτώσεις αναγκαίων μακροπρόθεσμων επενδύσεων που τις καθιστούν απαγορευτικά τα κόστη ευκαιρίας ή έχουν ιδιαιτερότητες όσον αφορά το επιχειρούμενο ρίσκο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου