ΦΙΛ

ΦΙΛ

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Τα όρια του καπιταλισμού; (του Πάσχου Μανδραβέλη)

Αρέσει δεν αρέσει στους αριστερίζοντες, που θέλουν να θεωρούνται μαρξιστές, ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ έτρεφε απέραντο θαυμασμό για την επαναστατική φύση του καπιταλισμού. Αυτός ο θαυμασμός είναι ανάγλυφος στο «Κομμουνιστικό μανιφέστο», το οποίο παραμένει αξεπέραστο ως θεωρητική σύλληψη αυτού του οικονομικού συστήματος.

«Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς», έγραφαν το 1848 οι Μαρξ και Ενγκελς, «η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν κι εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη τον κόσμου... Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη, και που αναγκάζει να συνθηκολογήσει ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο μίσος των βαρβάρων ενάντια στους ξένους. Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους τον λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μία λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο “κατ’ εικόνα της”...».

«Η αστική τάξη έπαιξε στην ιστορία ένα ρόλο εξαιρετικά επαναστατικό», συμπέραναν οι πατέρες της κομμουνιστικής θεωρίας, αλλά το ερώτημα είναι άλλο: πόση επανάσταση μπορούν να χωνέψουν οι λαοί της οικουμένης; Ή, για να το βάλουμε με σουμπετεριανούς όρους, πόση «δημιουργική καταστροφή» μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι; Και δεν μιλάμε μόνο για τη δημιουργική καταστροφή υλικών υποδομών, στις οποίες αναφερόταν ο Γιόσεφ Σουμπέτερ. Ούτε για τον «αδιάκοπο κλονισμό όλων των κοινωνικών καταστάσεων», που έγραφε ο Καρλ Μαρξ. Αναφερόμαστε στη δημιουργική καταστροφή δεξιοτήτων.

Απαξίωση δεξιοτήτων

Δεν είναι σαφές πόσες φορές αλλάζει καριέρα ένας σύγχρονος εργαζόμενος. Θεωρείται δεδομένο ότι, εξαιτίας των ραγδαίων αλλαγών στην τεχνολογία, ένας νέος που μπαίνει σήμερα στην αγορά εργασίας θα αλλάξει επτά φορές δουλειά μέχρι να βγει στη σύνταξη. Αυτό είναι περισσότερο ανεκδοτολογικό· δεν υπάρχει συγκεκριμένη έρευνα που το στηρίζει. Υπάρχει όμως μία στατιστική του υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ (2012), που δείχνει ότι οι εργαζόμενοι που γεννήθηκαν την περίοδο 1957-1964 κατείχαν 11,3 θέσεις εργασίας κατά μέσον όρο όταν ήταν σε ηλικία 18-46 χρόνων. Οι μισές περίπου από αυτές τις θέσεις εργασίας ήταν περιστασιακές σε ηλικία 18-24.

Πάντως, όποιο και να είναι το ακριβές νούμερο, η ουσία είναι μία. Η τεχνολογία απαξιώνει ταχύτατα τις δεξιότητες των εργαζομένων, είτε επειδή αντικαθιστά πολλές λειτουργίες από μηχανές είτε επειδή μεταφέρει ολόκληρους κλάδους παραγωγής σε χώρες χαμηλού κόστους. Και αυτό δεν είναι καν το χειρότερο. Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία είναι επιταχυνόμενη. Σήμερα μια εταιρεία υψηλής τεχνολογίας ξέρει ότι ένα πρωτοπόρο προϊόν της έχει πλεονέκτημα στην αγορά μόνο 18 μήνες. Κατόπιν κάποιος ανταγωνιστής της θα το υπερκεράσει· η Nokia το έμαθε αυτό με τον σκληρό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες, τα στελέχη και οι εργαζόμενοί τους πρέπει διαρκώς να «επαναστατικοποιούν» την παραγωγή, αλλά και οι καταναλωτές να προσαρμόζονται διαρκώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποιος μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο που τυπώθηκε πριν από τριακόσια χρόνια, αλλά αδυνατεί να διαβάσει ηλεκτρονικά βιβλία με ένα πρόγραμμα περιήγησης (Browser) που βγήκε στην αγορά πριν π.χ. από πέντε χρόνια. Μη μιλήσουμε για τα ηλεκτρονικά βιβλία σε δισκέτες, CD-ROM κ.λπ., που πλέον είναι... αρχαία.

Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση σε αυτή τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη –και τη συνακόλουθη απαξίωση δεξιοτήτων– είναι η ευασφάλεια (flexisecurity), που αναπτύχθηκε κυρίως στον σκανδιναβικό Βορρά. Αυτό απαλύνει τις κοινωνικές εντάσεις, αλλά δεν απαντά το ερώτημα «πόση δημιουργική καταστροφή δεξιοτήτων μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;». Αν σήμερα πρέπει να αλλάζει καριέρα 5-7 φορές στη ζωή του, σε πενήντα χρόνια (και με δεδομένη την επιτάχυνση των πάντων) θα πρέπει να αποκτά νέες δεξιότητες ανά έτος ή έξι μήνες; Είναι δυνατόν αυτό, εάν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο όγκος γνώσεων αυξάνεται εκθετικά μέρα με τη μέρα; Ενας άνθρωπος του 19ου αιώνα είχε απείρως λιγότερη γνώση να αφομοιώσει για να γίνει «συμβολικός αναλυτής», όπως ομαδοποίησε τα επαγγέλματα του μηχανικού, δικηγόρου, επιστήμονα, καθηγητή, στελέχους επιχειρήσεων κ.λπ. στο βιβλίο του «The Work of Nations» ο καθηγητής του Χάρβαρντ Ρόμπερτ Ράιχ. Η παραγωγή των πάντων επιταχύνεται. Οχι μόνο των υλικών προϊόντων, αλλά και των υπηρεσιών.

«Βιοαπορρύθμιση»

Είναι λοιπόν η ικανότητα των ανθρώπων να απορροφούν τις αλλαγές, ένα από τα «φυσικά όρια» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως τα όρισε στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» του (Grundrisse) ο Καρλ Μαρξ. Υπάρχει η «βιοαπορρύθμιση», που περιγράφει η Τερέζα Μπρέναν; Η Αμερικανή καθηγήτρια ονομάτισε «βιοαπορρύθμιση» τις βίαιες αντιφάσεις ανάμεσα στη χρονική λειτουργία των αγορών και στους εγγενείς φυσικούς περιορισμούς των ανθρώπων που υποχρεώνονται να συμμορφώνονται σε αυτές τις απαιτήσεις.

Ο καθηγητής του Κολούμπια Τζόναθαν Κρέιρι φοβάται πως η «βιοαπορρύθμιση» ήδη συμβαίνει: «Καθώς εδώ και αρκετά χρόνια οι αγορές λειτουργούν 24/7 (24 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την βδομάδα) και έχουν δημιουργηθεί παγκόσμιες υποδομές για συνεχή εργασία και κατανάλωση, δημιουργείται πλέον ένα ανθρώπινο υποκείμενο που θα είναι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό εναρμονισμένο μαζί τους». Αν και υπερβολικός στο βιβλίο του «24/7. Ο ύστερος καπιταλισμός και το τέλος του ύπνου» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη) και ολίγον φαφλατάς όταν γράφει ότι «ο ύπνος είναι μια ασυμβίβαστη διακοπή της κλοπής του χρόνου μας από τον καπιταλισμό», αγγίζει (έστω πολύ λυρικά) ένα τεράστιο ζήτημα. Επειδή στο «παγκόσμιο χωριό» κάθε στιγμή κάπου είναι μέρα, δηλαδή κάπου υπάρχει δραστηριότητα, σε έναν πλήρως διασυνδεδεμένο κόσμο σε κάθε γωνιά της Γης θα υπάρχει διαρκώς δραστηριότητα. Μέρα και νύχτα γίνονται ένα για επιχειρήσεις και συνακόλουθα για τους εργαζομένους.

Η επιτάχυνση την οποία ζει ο κόσμος, ο φόρτος των νέων γνώσεων και ευκαιριών, φορτώνεται στην παγκοσμιοποίηση. Γράφαμε όμως και παλιότερα («Eνας επίπεδος κόσμος», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.10.2007) ότι «η τεχνολογία δημιουργεί τις ευκαιρίες παγκοσμιοποίησης και κάποιοι σπεύδουν να τις καλύψουν. Αυτό ισχύει για όλους: από τις τράπεζες μέχρι τους οικονομικούς μετανάστες. Τα δίκτυα υπολογιστών δεν σχεδιάστηκαν για να μεταφέρουν θέσεις εργασίας σε μακρινές χώρες όπως η Ινδία. Η ύπαρξή τους, όμως, δημιουργεί την ευκαιρία να το κάνουν οι επιχειρήσεις. Δεν είναι λοιπόν η παγκοσμιοποίηση που έφτιαξε τα δίκτυα. Είναι τα δίκτυα που φτιάχνουν την παγκοσμιοποίηση. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική μετανάστευση. Οσο η τεχνολογία μειώνει το κόστος μεταφοράς ανθρώπων, τόσο δημιουργούνται ευκαιρίες μετανάστευσης. Παλιότερα χρειαζόταν μια περιουσία για να έρθει κάποιος από το Πακιστάν. Σήμερα αρκούν μερικές χιλιάδες δολάρια, συμπεριλαμβανομένου του κόστους ρίσκου που αναλαμβάνουν οι “δουλέμποροι”. Η διαρκώς βελτιούμενη σχέση κόστους - οφέλους λειτουργεί υπέρ της οικονομικής μετανάστευσης».

Αυτή όμως η διαρκής επιτάχυνση των πάντων μπορεί να συναντήσει «κοινωνικούς φραγμούς»· πριν καν προλάβει να συναντήσει τους «φυσικούς φραγμούς». Η οπισθοχώρηση σε εθνικισμούς και άλλου τέτοιου τύπου αντιδράσεις μπορεί να οφείλεται σε έναν κόσμο που στροβιλίζεται όλο και πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα τα άτομα να στρέφονται στην πλασματική ασφάλεια ενός παρελθόντος που δεν μπορεί ποτέ να αναστηθεί.

πηγή: kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου