ΦΙΛ

ΦΙΛ

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ένας Άγιος από το Κονγκό (του Κώστα Γιαννακίδη)

Από τα θεωρεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βλέπω τον Denis Mukwege να παραλαμβάνει το βραβείο Ζαχάρωφ από τα χέρια του Μάρτιν Σουλτς και προσπαθώ να βρω τι είναι εκείνο που διαχωρίζει την τρέλα από τον ηρωισμό και την υπέρβαση από το παράλογο. Και όσο βλέπω, δίπλα μου, τους ανθρώπους από το Κονγκό να πανηγυρίζουν, τραγουδώντας κάτι δικό τους, καταλαβαίνω πώς αυτό που ψάχνω, πιθανότατα δεν είναι μέσα μου. Α, όχι, μπορεί να τώρα να σας συστήνω τον Mukwege ως παράδειγμα ηρωισμού, αυταπάρνησης και προσφοράς, αλλά δεν μπορώ να βάλω τον εαυτό μου στη θέση του. Ξέρω, θα μου πείτε ότι ο ηρωισμός είναι ένα λουλούδι που ανθίζει σε καμμένη γη. Γεννιούνται ήρωες σε ένα χώμα που είναι μαλακό σαν βούτυρο; Ναι, γεννιούνται, απλώς δεν είναι σαν τον Mukwege. Μάθετε λοιπόν και εσείς ποιος είναι ο γιατρός από το Κονγκό που τιμήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το βραβείο Ζαχάροφ για την Ελευθερία της Σκέψης.
Ο Mukwege γεννήθηκε το 1955 στο Κονγκό (πρώην βελγική αποικία, μην τα ξεχνάμε αυτά), στο χειρότερο μέρος του κόσμου για τις γυναίκες. Σπούδασε ιατρική, πήρε την ειδικότητα του γυναικολόγου και δημιούργησε μία κλινική στο ανατολικό Κονγκό, που καταστράφηκε πλήρως όταν ξέσπασε ο εμφύλιος το 1996. Δεν έχω την απαίτηση να γνωρίζετε για τον εμφύλιο στο Κονγκό. Εγώ δεν είχα ιδέα. Κατάλαβα, όμως, τι συμβαίνει, όταν ο γιατρός μας έδειξε το κινητό του (παλιό, δεκαετίας) για να ζητήσει να σας μεταφέρουμε ότι άνθρωποι πεθαίνουν και υποφέρουν σε έναν εμφύλιο που ξέσπασε για τον έλεγχο των πρώτων υλών της χώρας. «Κάθε φορά που χρησιμοποιείτε το τηλέφωνό σας, να σκέφτεστε ότι κατασκευάζεται από υλικά για τα οποία πεθαίνουν άνθρωποι σε μία χώρα που είναι τόσο πλούσια σε πρώτες ύλες, αλλά τόσο φτωχή σε βιοτικό επίπεδο...». Αυτή η ιστορία είναι χαραγμένη στον χάρτη της Αφρικής. Όμως η ιστορία του γιατρού είναι μοναδική. Γιατί στο Κονγκό οι γυναίκες είναι τα μεγαλύτερα θύματα του πολέμου. Κάθε μέρα καταγράφονται 14 βιασμοί. Εννοείται ότι είναι πολλαπλάσιοι, μιλάμε για αυτούς που δηλώνονται. Πάντα έτσι δεν γινόταν; Οι στρατοί στον πόλεμο έχουν μια έφεση στο πλιάτσικο και στους βιασμούς. Στο Κονγκό είναι και μέθοδος πολέμου. Αν βιάσεις τις γυναίκες των αντιπάλων, διαλύεις τις οικογένειές τους. Οι γυναίκες θεωρούνται ανεπιθύμητες. Και αν γεννηθούν και παιδιά από τον βιασμό, καθίστανται απόβλητα της κοινωνίας. Εκεί ο βιασμός είναι κάτι σαν κουλτούρα. Το αδίκημα θεσπίστηκε σχετικά πρόσφατα, μετά από διεθνείς πιέσεις, αλλά εκεί θεωρείται αστείο να μένεις στη φυλακή για βιασμό. Τους καταδικάζουν και τους αφήνουν. Και έτσι ο Denis Mukwege έχει εδώ και χρόνια δουλειά να κάνει.
Όταν άνοιξε και πάλι το νοσοκομείο του, το 1999, προσέφερε ιατρική βοήθεια σε 40.000 γυναίκες που έπεσαν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Απίστευτο νούμερο. «Ξέρεις τι είναι να σου φέρνουν κοριτσάκι έξι μηνών και να διαπιστώνεις ότι βιάστηκε; Ακόμα και οι πιο έμπειροι χειρούργοι σοκάρονται με αυτά που βλέπουν στην κλινική μου. Όμως εγώ βλέπω κάθε γυναίκα σαν τη δική μου γυναίκα. Σαν τη μάνα μου. Σαν τις κόρες μου. Μόνο τον τελευταίο μήνα στο ανατολικό Κονγκό 200 άνθρωποι σφαγιάστηκαν. Έγκυες γυναίκες ξεκοιλιάστηκαν για να τους βγάλουν τα έμβρυα, παιδιά ακρωτηριάστηκαν...».
Ο γιατρός ξεκίνησε καμπάνια για τα δικαιώματα των γυναικών. Και αυτό δεν άρεσε σε κανέναν. Ούτε στην κυβέρνηση του Κονγκό, ούτε στους αντάρτες που αντιμάχονται το καθεστώς. Το 2012 ο Mukwege και η οικογένειά του δέχθηκαν δολοφονική επίθεση. Επέζησαν και διέφυγαν στη Σουηδία και στο Βέλγιο. Ο Mukwege επέστρεψε το 2013, όταν γυναίκες από το Κονγκό, που ζουν με ένα δολάριο τη μέρα, συγκέντρωσαν τα χρήματα για το αεροπορικό του εισιτήριο. Εργάζεται και πάλι στην κλινική του, σχετικά «ασφαλής» καθώς είναι πλέον μία παγκοσμίως γνωστή προσωπικότητα. Ωστόσο κανένα μέσο του Κονγκό δεν έχει δημοσιεύσει συνέντευξή του...
Παρέλαβε το βραβείο του και μίλησε για την πατρίδα του, για μια χώρα που «δεν έχει πόλεμο πια, αλλά δεν έχει ούτε και ειρήνη». Ζήτησε από την Ευρώπη να πιέσει προκειμένου να εφαρμοστεί η ειρηνευτική συμφωνία που υπέγραψαν οι αντιμαχόμενες πλευρές το 2012. Και θύμισε ότι ο πόλεμος εκεί κάτω στην πραγματικότητα γίνεται λόγω οικονομικών συμφερόντων που θέλουν τον έλεγχο των πρώτων υλών. «Δεν μπορούμε να έχουμε οικονομική ανάπτυξη χωρίς να πεθαίνουν άνθρωποι;» αναρωτήθηκε. Κάτι τέτοιο είπε από το ίδιο βήμα και ο Πάπας την Τρίτη. Το είπε πιο παραστατικά και ο Άγιος την Τετάρτη.
Βραβείο Ζαχάρωφ
Το Βραβείο Ζαχάρωφ για την Ελευθερία της Σκέψης πήρε το όνομά του από τον Σοβιετικό επιστήμονα και αντιφρονούντα Αντρέι Ζαχάρωφ. Ξεκίνησε να απονέμεται από το ΕΚ τον Δεκέμβριο του 1988 σε  άτομα ή οργανώσεις που αφιερώνουν τη ζωή τους στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών.
πηγή: protagon.gr

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Πόσο βοηθάει η ύπαρξη εθνικού νομίσματος την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας; (από imperatorlex.blogspot.gr)

Τα χρόνια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, αναπτύχθηκε ένας διάλογος σχετικά με την αναγκαιότητα ή μη μιας οικειοθελούς αποχώρησης της Ελλάδας από την Ζώνη του Ευρώ (ΖτΕ), προκειμένου να αποκτήσει εθνικό νόμισμα που θα μπορούσε στην συνέχεια να υποτιμήσει και έτσι να καταστήσει την οικονομία της πιο ανταγωνιστική.

Οι υπέρμαχοι της λύσης του εθνικού νομίσματος παρουσιάζουν την εξής απλοϊκή θα λέγαμε οπτική: Ότι παλαιότερα κόστιζε σε ευρώ, τώρα θα κοστίζει φθηνότερα σε δραχμές. Έτσι τα εξαγωγικά προϊόντα και οι υπηρεσίες μας θα γίνουν φθηνότερα και άρα θα μπορούν να ανταγωνιστούν στις διεθνείς αγορές με πλεονέκτημα. Επιπλέον, όποτε προκύπτει ανάγκη θα μπορούμε να «τυπώνουμε» χρήμα για να πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις.

Ας ξεκινήσουμε απαντώντας στο μονολεκτικά στο ερώτημα «να πάμε σε εθνικό νόμισμα, ναι ή όχι». Η απάντηση κατά την γνώμη μας είναι ένα κατηγορηματικό όχι, ειδικά στην παρούσα συγκυρία.

Γιατί όχι;



Ανατρέχοντας στις περιόδους της πρόσφατης ιστορίας μας, μπορούμε να διακρίνουμε τους λόγους που μας κάνουν να υποστηρίζουμε την συνέχιση της συμμετοχής μας στην ΖτΕ.
Ειδικότερα αν αναλύσουμε την περίοδο 1980-1990 όπου ασκήθηκε επιθετική νομισματική πολιτική υποτιμήσεων της δραχμής για να καταστεί, μεταξύ άλλων, ανταγωνιστικότερη η ελληνική οικονομία διαπιστώνουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.

Η ακόλουθη ανάλυση είναι απλοική, αφού δεν λαμβάνει υπόψη κάποιες ποιο εξειδικευμένες παραμέτρους, ωστόσο είναι απολύτως ενδεικτική.


Οι υποτιμήσεις της Δραχμής στην δεκαετία του 1980
To 1980 η ισοτιμία $ - δραχμής ήταν 1$ προς 42,6 δρχ

Το 1983 η δρχ υποτιμάται 15%, όπως επίσης και το 1985. Από 1980 ως και 1985 η δραχμή διολίσθαινε έναντι του δολαρίου για να καταλήξει το 1990 σε μια ισοτιμία 1 $ προς 158,3 δρχ.

Τι επίπτωση είχε στις εξαγωγές η πτώση του εθνικού νομίσματος; Όχι αυτή που θα περίμενε κανείς.

Το 1980 σε σταθερές τιμές $ οι εξαγωγές ανήλθαν σε 5,15 δισ $ και οι εισαγωγές σε 10,55 δισ $.
Το εμπορικό έλλειμμα βρίσκεται στα 5,4 δις $ ή 10% του ΑΕΠ.

Το 1990 μετά από συνεχείς υποτιμήσεις και διολισθήσεις που υποτίθεται θα ενίσχυαν τις εξαγωγές της χώρας, οι εξαγωγές είχαν αυξηθεί σε 8,1 δισ και οι εισαγωγές σε 19,8 δισ.
Το εμπορικό έλλειμμα εκτοξεύεται στα 11,7 δις ή 13% του ΑΕΠ.


Το 1983 και το 1985 οι εξαγωγές εμφάνισαν αυξήσεις οι οποίες όμως δεν ήταν διατηρήσιμες.

Επιπλέον, το εμπορικό έλλειμμα εκτοξεύεται στο 2ο μισό της δεκαετίας


Συμπεράσματα
Από τα παραπάνω συμπεράνουμε ότι

  1. Η επιθετική νομισματική πολιτική για αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών απέτυχε παταγωδώς. Φθηνά προϊόντα δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερο όγκο. Αντιθέτως πάγιο ζητούμενο είναι η ποιότητα των προϊόντων. Ασφαλώς οι τιμές παίζουν ρόλο, ωστόσο δεν είναι καθοριστικός.
  2. Οι υποτιμήσεις του 1983 και 1985 έχουν ένα προσωρινό θετικό αντίκτυπο στις εξαγωγές και στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυξάνονται την επόμενη χρονιά της υποτίμησης για να επιβραδυνθούν αμέσως μετά. Το ίδιο ισχύει και για την υποτίμηση του 1998

Όπως έχει αναφερθεί και παλαιότερα το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι δεν παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα. Εάν και εφόσον είχε σημαντική παραγωγή τέτοιων προϊόντων, η συνετή χρήση εργαλείων νομισματικής πολιτικής θα είχε ένα νόημα.

Στην σημερινή εποχή, εθνικό νόμισμα δεν θα αποτελούσε λύση. Όχι τόσο για τις οδυνηρές  συνέπειες μιας επιστροφής σε δραχμή, όσο για το γεγονός ότι αποδεδειγμένα για οικονομίες όπως η δική μας δεν αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση.

IL


πηγή: imperatorlex.blogspot.gr

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Του βουνού και του κάμπου (του Γρηγόρη Φαρμάκη)


Στην Ελλάδα έχουμε μπερδέψει τον όρο συντηρητικός με τον όρο αντιδραστικός. Όχι τόσο αυτοί που τον απαξιώνουν ανάγοντας την προοδευτικότητα σε αυταπόδεικτη αξία. Όσο αυτοί που τον επικαλούνται μασκαρεύοντας την φοβική αντιδραστικότητά τους με έναν πιο εύπεπτο όρο. Απαξιώνοντάς τον με την σειρά τους πολύ περισσότερο. Γιατί συντηρητικός δεν είναι αυτός που αντιδρά εμμονικά σε οποιαδήποτε αλλαγή. Ούτε αυτός που δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί πολιτικά παρά μόνο μέσω της αντίδρασης. Συντηρητικός είναι αυτός που δεν θέλει να αλλάζει την κοινωνία με το στανιό· που ξέρει βιωματικά τα όρια και τους κινδύνους της σχεδιασμένης κοινωνικής μηχανικής· που αναγνωρίζει ότι πιθανόν στην παράδοση - όχι με την έννοια της λαγνείας του παρελθόντος όπως κάνουν οι αντιδραστικοί, αλλά με την έννοια της χρονικής συνέχειας - μπορεί να υπάρχουν πράγματα που δεν κατανοούμε και γι’αυτό δεν πρέπει απερίσκεπτα να αγνοήσουμε. Ο Norberto Bobbio, ο κεντροαριστερός πολιτικός φιλόσοφος που δεν ήθελε να χρησιμοποιεί τους όρους προοδευτικός - συντηρητικός ακριβώς για την επίπλαστη αξιολογική τους φόρτιση, αναγνώριζε στην αστική συντηρητική φιλελεύθερη παράδοση της Ευρώπης αυτό ακριβώς: ότι ποτέ δεν θέλησε να αντιστρέψει κοινωνικές αλλαγές που είχαν κερδηθεί και αποδειχθεί. Αυτό ήταν εμμονή των αντιδραστικών. Οι ενστάσεις της συντηρητικής αυτής παράδοσης ήταν περισσότερο στον ρυθμό και στον τρόπο· και ο ρόλος της στην διαλεκτική της πολιτικής απαραίτητος.
Στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς που μπορεί κανείς να παρακολουθήσει από τον Εθνικό Διχασμό στον Εμφύλιο, και από αυτόν στην Δικτατορία και στην Μεταπολίτευση, ήταν το πιο φοβικό, αντιδραστικό κομμάτι της κοινωνίας, αυτό με τις αγροτικές καταβολές που κουβάλησε μαζί του από τον κάμπο στα αστικά κέντρα όταν αστικοποιήθηκε βίαια, που οικειοποιήθηκε τον συντηρητικό πολιτικό χώρο. Και αν του αρέσει τόσο πολύ να μιλάει ακόμα για την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, δεν είναι παρά για να συγκαλύψει την δική του αντιδραστική και οπισθοδρομική ιδεολογική ηγεμονία επί της αστικής, συντηρητικής, αλλά δυτικής και φιλελεύθερης πολιτικής τάξης. Ο McNeil, ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας που ανέλυσε διεισδυτικά και επί τόπου την μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την Δικτατορία, το περιγράφει παραστατικά: ο Εμφύλιος δεν ήταν παρά το ξέσπασμα της διαμάχης ανάμεσα στα χωριά των βουνών και τα χωριά των κάμπων. Ο απόηχος αυτής της προαιώνιας διαμάχης για την σοδειά και την γη, μασκαρεύτηκε σε κομμουνισμό και αντι-κομμουνισμό στον Εμφύλιο, κουβαλήθηκε στα αστικά κέντρα μαζί με τις υπόλοιπες αποσκευές της βίαιης αστικοποίησης - όπως η πελατεία και η πατρωνεία της παλιάς αγροτικής Ελλάδας - και ναρκοθετεί ακόμα το πολιτικό πεδίο. Στην Ελλάδα δεν ήταν μια εργατική τάξη που συγκρούστηκε με μια αστική. Και οι δύο ήταν μειοψηφικές. Ήταν η Ελλάδα του βουνού και η Ελλάδα του κάμπου που ενστερνίστηκαν τις ιδεολογίες για να τις διαμορφώσουν τελικά στις βαλκανικές εκδοχές τους: εξίσου φοβικές, εξίσου κοινωνικά αντιδραστικές, εξίσου οπισθοδρομικές. Και εξίσου κυρίαρχες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι επίγονοί τους, ακόμη και σήμερα μιλάνε - εξίσου - για ταγματασφαλίτες και πηγάδες. Αυτή την αφήγηση κληρονόμησαν και με αυτήν νοηματοδοτούν ακόμα το πολιτικό γίγνεσθαι. Αρκούσε για αυτά τα αντιδραστικά μεγάλα άκρα της κοινωνίας μια οικονομική κρίση, για να βγάλει στην επιφάνεια τα διχαστικά χαρακτηριστικά που είχε όπως όπως καλύψει η πατίνα του εξευρωπαϊσμού.
Η Ελλάδα όμως χρειάζεται πια μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή, συντηρητική, φιλελεύθερη κεντροδεξιά, όσο χρειάζεται και μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή, προοδευτική, σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά. Μια συντηρητική παράταξη που θα ξέρει ότι συντηρητικός δεν είναι ο αντιδραστικός, που δεν θα είναι ενοχική και φοβική, και που δεν θα έχει ανάγκη να διατρανώνει σε κάθε ευκαιρία τα πιο αντιδραστικά αντανακλαστικά της για να κρύψει την ιδεολογική της ένδεια. Γιατί αυτή η ένδεια δεν την αφορά πια. Έχει πια από καιρό πολλά να την ορίζουν στην Ιστορία: την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την θεμελίωση των θεσμών της στην πιο δύσκολη καμπή· την εθνική συμφιλίωση που τόλμησε - αλλά και πλήρωσε με πραγματικό αίμα· την θέση μας στην Ευρώπη. Και έχει ακόμη πιο πολλά να παλέψει για το μέλλον. Όχι μόνο την έξοδό μας από την χειρότερη περιπέτεια της γενιάς μας. Αλλά και την σοβαρότητα και την μετριοπάθεια μέσα σε μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει ιστορικές πολιτικές προκλήσεις και οικονομικά αδιέξοδα· την ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα, αλλά χωρίς ακραίες ανισότητες και ασύμμετρα οικονομικά συμφέροντα· την οικονομική ελευθερία, αλλά με μέριμνα για τους ασθενέστερους. Και μαζί με μια σοβαρή κεντροαριστερά που χρειαζόμαστε εξίσου, τις Ευρωπαϊκές αξίες και την Ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση.
Έτσι, δεν της χρειάζεται, δεν της αξίζει, και δεν της πρέπει να αρνείται ούτε το Πολυτεχνείο ούτε οτιδήποτε άλλο έμαθε αταβιστικά να χαρακτηρίζει «αριστερό». Ούτε και να το χαρίζει σε αυτούς που πεισματικά το οικειοποιούνται. Της ανήκει εξίσου ως σύμβολο του πάθους της νέας γενιάς, κάθε νέας γενιάς, για Δημοκρατία, Ελευθερία, Δικαιοσύνη και Αξιοπρέπεια. Αυτά είναι και τα δικά της ιδανικά και με αυτά πρέπει να πορευτεί. Καιρός ν’αφήσουμε την πολιτική του βουνού και του κάμπου σε αυτούς - και αυτές - που τα κουβαλάνε πεισματικά εντός τους. Στα ταξίδια που έρχονται δεν μας χρειάζεται τέτοιο έρμα.
πηγή: athensvoice.gr

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

«Χούντα δεν γνωρίσαμε;» Γνωρίσαμε. (του Μάκη Παπούλια)

(απόσπασμα από μια βιογραφία)

 

Γύρω από το χημείο (του Πανεπιστημίου) στη Σόλωνος και μέχρι τα Εξάρχεια λειτουργούν μπόλικοι εκδοτικοί οίκοι: άλλοι με εκδόσεις αιχμηρές κατά της χούντας και άλλοι όχι. Καθημερινά φυτρώνουν νέα βιβλία και καινούργιοι εκδοτικοί οίκοι. Υδροχόος, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Μπάιρον, Μπουκουμάνης, Οδυσσέας, Βέγας, Καστανιώτης, Πορεία, Νέοι Στόχοι, Εκδόσεις 70, Στοχαστής, Βέργος, Ερμείας. Καλύπτουν όλα τα ιδεολογικά ρεύματα και τις αποχρώσεις. Το συγκρότημα Λαμπράκη ξεκινάει με τις εκδόσεις «Ερμής».

Εκδοτική άνοιξη, μοναδική στα χρονικά. Κατά ένα τρόπο ετοίμασε την κατάληψη της Νομικής και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Στην κατάληψη της Νομικής, βάση ανεφοδιασμού, έχουμε τον «Υδροχόο» και τον έμπιστό μας φίλο Τιμόθεο Παπαδόπουλο με την Ελένη Κλάδου, έμπειρη στην «παρανομία», και με πολλούς άλλους. Μαζεύουμε λεφτά και υλικά αντίστασης για το βράδυ των παιδιών στην ταράτσα της Νομικής, φοβόμαστε και τρέμουμε την επέμβαση της Χούντας. Όλο το βράδυ είμαστε απ’ έξω εκατοντάδες συναγωνιστές, δακρυσμένοι και αποφασισμένοι για όλα. Τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Ελευθερία», τα τραγούδια του Μίκη, έφταναν σε εμάς και στο λαό της Αθήνας για να επιβεβαιώσουν ότι η Χούντα δεν είναι άτρωτη. Όσοι μέχρι εκείνη τη βραδιά πολέμησαν πραγματικά τη Χούντα, αισθάνονται βαθιά ικανοποίηση από όποιο χώρο κι αν προέρχονται. Την άλλη μέρα και μετά από διαπραγματεύσεις, βγαίνουν οι χιλιάδες φοιτητές της κατάληψης στους γύρω δρόμους, δέχονται επίθεση από την αστυνομία και γίνονται πολλές συλλήψεις.

Ζόρικη η κατάσταση. Η ασφάλεια έχει λυσσάξει, ψάχνει να βρει τις άκρες εκτός φοιτητικού χώρου. Δεν αργεί να στοχοποιήσει τον Υδροχόο και τον Τίμο Παπαδόπουλο. Για να περάσει η μπόρα, όλοι φυλαγόμαστε και ο Τίμος φεύγει για το Άγιο Όρος. Τον ψάχνουν καθημερινά. Με την επιστροφή του μπαίνει η ΕΣΑ στον Υδροχόο και τον μαζεύει μαζί με τον Λευτέρη Κανέλη. Τέσσερις μήνες στο κολαστήριο της ΕΣΑ, σε απόλυτη σιωπή. Ήξερε πολλά, αλλά άντεξε. Έτσι ήταν τότε, χωρίς να το θέλεις γινόσουν ήρωας.

Το καλοκαίρι του ’73 η Χούντα δέχεται το σοβαρότερο μέχρι τότε πλήγμα. Το αντιτορπιλικό «Βέλος», που βρισκόταν σε άσκηση του ΝΑΤΟ στην Ιταλία με τα 36 μέλη του πληρώματος και τον κυβερνήτη Νίκο Παππά, ζητάει και παίρνει πολιτικό άσυλο. Η Χούντα κλονίζεται, ο Παπαδόπουλος «καταργεί» τη μοναρχία και αυτοχρίζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Κάτω από τη γενική πίεση που ασκείται, η Χούντα δίνει γενική αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, απονέμει χάρη στον Αλέκο Παναγούλη, ενώ καταργεί και το στρατιωτικό νόμο.

Η Χούντα είναι πελαγωμένη. Οι δυναμικές εκδηλώσεις αντίστασης των φοιτητών τη σπρώχνουν να φορέσει τον «πολιτικό μανδύα». Έτσι δίνεται εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Σπύρο Μαρκεζίνη, αρχηγό του μικρού κόμματος των Προοδευτικών. Οι φοιτητές διεκδικούν άμεσες εκλογές, αλλά η δοτή κυβέρνηση έρχεται σε ρήξη με το φοιτητικό κίνημα και δεν ικανοποιεί κανένα αίτημά τους. Ένα μήνα άντεξε η κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Οι φοιτητές καταλαμβάνουν το Πολυτεχνείο, γρήγορα τους ακολουθούν εργαζόμενοι και μαθητές. Σε πολλές πόλεις της Ελλάδας ξεκινούν καταλήψεις. Ο στρατός ξαναβρίσκει ρόλους, γυρίζουμε πίσω, σκληρότερες διαθέσεις.

«Εδώ Πολυτεχνείο - Εδώ Πολυτεχνείο». Ξεκινάει να λειτουργεί ο ραδιοφωνικός σταθμός των χιλιάδων εξεγερμένων φοιτητών που καλούν το λαό σε γενική απεργία και ανατροπή της Χούντας. Όλη η Ελλάδα κρέμεται από το σταθμό «των ελεύθερων Ελλήνων» και αγωνιά για την εξέλιξη της κατάληψης. Χιλιάδες λαού διαδηλώνουν έξω από το ιστορικό κτίριο. Πέφτουν πυροβολισμοί, η αστυνομία βαράει στο ψαχνό. Τη δεύτερη νύχτα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα τανκς. Οι φοιτητές μέσω του σταθμού τους ζητούν φάρμακα και ιατρική βοήθεια. Οι νύχτες είναι άγριες και αιματηρές στο Πολυτεχνείο. Στις 17 Νοεμβρίου του ’73, τα ξημερώματα, ένα τεθωρακισμένο γκρεμίζει την κεντρική πόρτα και μπαίνει στο χώρο. Το σύνθημα για το μακελειό έχει αρχίσει. Η εξέγερση περνάει από ξύλο, γκλοπιές, δολοφονίες, συλλήψεις. Μέχρι της 2 π.μ. μένουμε με τον Δημήτρη Σαπρανίδη στην πόρτα. Οι σφαίρες πέφτουν βροχή. Σηκωτό με πήρε να φύγουμε και καλά έκανε, ήταν έμπειρος στις διαδηλώσεις και κατάλαβε από νωρίς ότι έπεφταν σφαίρες. Την άλλη μέρα ο Παπαδόπουλος επαναφέρει το στρατιωτικό νόμο.

Με τον Μαρκεζίνη είχα βγάλει διαβατήριο. Ταξίδεψα λίγες μέρες μετά το Πολυτεχνείο για Αγγλία, να γλιτώσω καινούργιες περιπέτειες και να συναντήσω τον αδερφό μου και τη νύφη μου και ό,τι άλλο φέρνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Έχουμε 5 χρόνια να ειδωθούμε με τον Μίμη και τη Λίτσα. Πάω στην Οξφόρδη και τους βρίσκω πολύ καλά, σε φοιτητικό ξενώνα. Ζεστή ατμόσφαιρα, πολλή συγκίνηση και μνήμες με πολύ κρασί να μας τυραννούν όλο το βράδυ. Νομική, Πολυτεχνείο, βασανιστήρια, φυλακές, εξορίες, στρατός. Και τι δεν είπαμε σ’ αυτή τη μοναδική συνάντηση. Ασταμάτητη κουβέντα για οικογενειακά, προσωπικά, πολιτικά, για τις μάνες μας και τους συμπεθέρους, για τον Νικόλα και τα λογοδοσίματά του. Ιστορίες όμορφες και κουτσομπολιό μέχρι πρωίας. Την άλλη μέρα, με τον Μίμη στο Λονδίνο, στην πορεία διαμαρτυρίας για το έγκλημα της Χούντας στο Πολυτεχνείο. Όλοι να με ρωτούν για τους νεκρούς, για τους κρυμμένους, για τις συλλήψεις, για το κλίμα που επικρατεί και τις εξελίξεις. Ποιος μπορούσε να κάνει προβλέψεις για το χουντικό καθεστώς; Την άλλη μέρα κιόλας, έχουμε ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον επικεφαλή της ΕΣΑ, Ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, που διορίζει Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Φαίδωνα Γκιζίκη και πρωθυπουργό τον Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο. Άκρως επικίνδυνες φαιδρότητες.

Εφτά μήνες χρειάστηκε η καινούργια Χούντα για να εγκληματήσει και στην Κύπρο. Πρώτος στόχος ο Μακάριος: ανατρέπεται με πραξικόπημα, αλλά καταφέρνει να γλιτώσει. Από ραδιοφώνου απευθύνεται στον Κυπριακό λαό: «Γνώριμη είναι η φωνή που ακούς. Γνωρίζεις ποιος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σημαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της χούντας και εφόσον εγώ ζω, η χούντα εις την Κύπρον δεν θα περάσει. Ο Κυπριακός Ελληνισμός δεν ανέχεται πραξικοπήματα και δικτατορίες». Οι Τούρκοι καιροφυλακτούν, πιάνουν την ευκαιρία και εισβάλλουν στο βόρειο τμήμα του νησιού. Σε 20 μέρες ολοκληρώνουν, με δεύτερη εισβολή, την κατοχή τους στην Κύπρο. Ο διαμελισμός του νησιού υλοποιείται σε γνώση του Χένρι Κίσινγκερ, υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Στην Αθήνα, οι στρατηγοί σε αδιέξοδο αυτοδιαλύονται και γελοιοποιούνται. Αποφασίζουν να παραδώσουν την εξουσία στους πολιτικούς, στις 24 Ιουλίου1974. Με μεσολάβηση του Ευάγγελου Αβέρωφ, επιστρέφει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην Ελλάδα. Τέλος η Χούντα, τέλος τα εφτά χρόνια «στο γύψο», αυτοδιαλύθηκε η «επανάσταση» των συνταγματαρχών και η Ελλάς των Ελλήνων χριστιανών. Ο λαός στους δρόμους, πανηγύρι Δημοκρατίας. Οι φωνές, οι αγκαλιές, η χαρά γεμίζουν το λαό που ξεχύνεται στους δρόμους να γιορτάσει το εξευτελιστικό τέλος και την αλαζονεία της Χούντας. Πολλή συγκίνηση, κλάμα, αλλά και άγρια χαρά για το τέλος άλλης μιας μακρόχρονης περιπέτειας για την πατρίδα μας. Όταν καταλύθηκε η δημοκρατία και οι υπερπατριώτες συνταγματάρχες εδραίωσαν τη δικτατορία με τα τανκς, νόμισαν πως έχουν εύκολο δρόμο. Βέβαια, δεν συνάντησαν ουσιαστική αντίσταση από τον ελληνικό λαό και στη πορεία πίστεψαν ότι τον έχουν και μαζί τους, και μπορεί να τον είχαν. Πόσες αυταπάτες, βεβαιότητες, ελπίδες (ιδιαίτερα στους νέους μόνιμους αξιωματικούς) τράφηκαν εκείνον τον καιρό του μίσους κατά των δημοκρατικών θεσμών, κατά των πολιτικών, κατά της αριστεράς; Απέναντι στο αρχικό δρομολόγιο της Δικτατορίας τον Απρίλιο του ’67, στάθηκαν αντίθετοι οι χιλιάδες εξόριστοι (κυρίως από την αριστερά), οι εκατοντάδες παράνομοι και μια φούχτα αμετανόητοι «τυφεκιοφόροι του εχθρού». Εκεί που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία έμοιαζαν γραφικοί, αφού τα έβαζαν με την παντοκρατορία του στρατού.

Μόνιμους αξιωματικούς και βασανιστές από τον καιρό της Χούντας και της στρατιωτικής μου θητείας δεν συνάντησα ποτέ κανέναν, ούτε ήθελα να συναντήσω. Φαντάρους αρκετούς, φίλους περισσότερους, βασανιστές, μόνο ένα δειλό ανθρωπάκι από το Γεντί Κουλέ, τον Ιορδάνη Καλατζίδη. Τον βρήκα στην τύχη. Πήγα πάνω του, να τον πατήσω με τ’ αυτοκίνητο. «Κορνάρουνε, κύριε», η φωνή του μέσα στ’ αυτιά μου. Του έριξα δυο-τρεις κλοτσιές, με γνώρισε, τρομοκρατήθηκε, μυξόκλαψε. Θλιβερό υποκείμενο, τον άφησα να φύγει.

Φυσικά οι νέοι που έζησαν τη δικτατορία και αγωνίστηκαν για να την ανατρέψουν, δεν κατέλυσαν το αστικό καθεστώς. Άφησαν όμως πίσω τους, σαν οιονεί κληρονομιά, έναν άλλο τρόπο ζωής: λιγότερη υποκρισία, πιο ελεύθερες σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων και βέβαια ουσιαστικότερες διεκδικήσεις. Σίγουρα, ο αγώνας εκείνης της εποχής, 40 χρόνια μετά είναι ανεκπλήρωτος. Ζούμε μια παρατεταμένη δημοκρατία και αυτό είναι πολύ σημαντικό και πολύ καλό, αλλά αυτή η δημοκρατία δεν απέκτησε ποτέ τo οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο στo οποίο είχαν ελπίσει οι νέοι. Ζούμε σε μια πανέμορφη μεσογειακή χώρα, όπου η ζωή είναι ακόμη σε ανθρώπινα μέτρα και έχει ευκαιρίες χρυσές, αλλά ανεκμετάλλευτες. Αναρωτιέμαι συχνά γιατί οι Έλληνες αφήνουν τα πολιτικά πράγματα να οδηγούνται σε αδιέξοδο, σε αγεφύρωτες πολώσεις, ήττες και καταστροφές και μετά, αφού σπάσουν τα σκοινιά που τραβούν με μανία και πέσουν όλοι κάτω, αρχίζουν και πάλι από την αρχή.

Έτσι λοιπόν, από τη δικτατορία στη δημοκρατία, όλες οι πολιτικές δυνάμεις συμφώνησαν σ’ ένα θεμελιώδη στόχο: στην επίτευξη εθνικής ενότητας. Μετά από έξι δεκαετίες διχασμών και εμφυλίων, που τραυμάτισαν θανάσιμα τον κοινοβουλευτισμό και την πίστη στη δημοκρατία, η διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικοπολιτικών συναινέσεων αναγνωρίστηκε σαν προϋπόθεση, για να στεριώσουν γνήσιοι δημοκρατικοί θεσμοί. Η κυβέρνηση Καραμανλή των 70 ημερών όφειλε με γρήγορες κινήσεις να αντιμετωπίσει την εθνική κρίση στη Κύπρο, να ανατρέψει το καταπιεστικό και αυθαίρετο σύστημα διακυβέρνησης της Χούντας (που συνέχιζε να απειλεί με εκτροπή) και να προετοιμάσει γνήσιες εκλογές. Το κατόρθωσε με γρήγορες και αποτελεσματικές κινήσεις. Με τη νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, έγινε ένα βήμα μεγάλης σημασίας στο δρόμο της αποκατάστασης των πολιτικών ελευθεριών.

Στις 24/11/1974, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, στον πρώτο εορτασμό της εξέγερσης, χιλιάδες λαού, ένα πολύβουο πλήθος να πορεύεται με τις ώρες. Δυο λέξεις με εξέφραζαν: «στοχασμός και απόδοση τιμής». Στις κατοπινές πορείες δεν συμμετείχα. Κάποια πράγματα που σφράγισαν τη ζωή μου προτίμησα να τα «φυλακίσω» μέσα μου. Mε νωπό ακόμα το εκλογικό αποτέλεσμα, στις 8 Δεκεμβρίου 1974 γίνεται δημοψήφισμα για το βασιλιά. Η υπερψήφιση της αβασίλευτης Δημοκρατίας από το 69% του ελληνικού λαού, έστειλε το άμυαλο παιδαρέλι, τον Κωνσταντίνο, στα σκουπίδια της Ιστορίας. Ευτυχές γεγονός.

πηγή: athensvoice.gr

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Τα όρια του καπιταλισμού; (του Πάσχου Μανδραβέλη)

Αρέσει δεν αρέσει στους αριστερίζοντες, που θέλουν να θεωρούνται μαρξιστές, ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ έτρεφε απέραντο θαυμασμό για την επαναστατική φύση του καπιταλισμού. Αυτός ο θαυμασμός είναι ανάγλυφος στο «Κομμουνιστικό μανιφέστο», το οποίο παραμένει αξεπέραστο ως θεωρητική σύλληψη αυτού του οικονομικού συστήματος.

«Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς», έγραφαν το 1848 οι Μαρξ και Ενγκελς, «η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας. Εκμηδενίστηκαν κι εξακολουθούν ακόμα καθημερινά να εκμηδενίζονται οι παμπάλαιες εθνικές βιομηχανίες. Εκτοπίζονται από νέες βιομηχανίες που η εισαγωγή τους γίνεται ζωτικό ζήτημα για όλα τα πολιτισμένα έθνη, από βιομηχανίες που δεν επεξεργάζονται πια ντόπιες πρώτες ύλες, αλλά πρώτες ύλες που βρίσκονται στις πιο απομακρυσμένες ζώνες και που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται μονάχα στην ίδια τη χώρα, αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη τον κόσμου... Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη, και που αναγκάζει να συνθηκολογήσει ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο μίσος των βαρβάρων ενάντια στους ξένους. Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους τον λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μία λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο “κατ’ εικόνα της”...».

«Η αστική τάξη έπαιξε στην ιστορία ένα ρόλο εξαιρετικά επαναστατικό», συμπέραναν οι πατέρες της κομμουνιστικής θεωρίας, αλλά το ερώτημα είναι άλλο: πόση επανάσταση μπορούν να χωνέψουν οι λαοί της οικουμένης; Ή, για να το βάλουμε με σουμπετεριανούς όρους, πόση «δημιουργική καταστροφή» μπορούν να αντέξουν οι άνθρωποι; Και δεν μιλάμε μόνο για τη δημιουργική καταστροφή υλικών υποδομών, στις οποίες αναφερόταν ο Γιόσεφ Σουμπέτερ. Ούτε για τον «αδιάκοπο κλονισμό όλων των κοινωνικών καταστάσεων», που έγραφε ο Καρλ Μαρξ. Αναφερόμαστε στη δημιουργική καταστροφή δεξιοτήτων.

Απαξίωση δεξιοτήτων

Δεν είναι σαφές πόσες φορές αλλάζει καριέρα ένας σύγχρονος εργαζόμενος. Θεωρείται δεδομένο ότι, εξαιτίας των ραγδαίων αλλαγών στην τεχνολογία, ένας νέος που μπαίνει σήμερα στην αγορά εργασίας θα αλλάξει επτά φορές δουλειά μέχρι να βγει στη σύνταξη. Αυτό είναι περισσότερο ανεκδοτολογικό· δεν υπάρχει συγκεκριμένη έρευνα που το στηρίζει. Υπάρχει όμως μία στατιστική του υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ (2012), που δείχνει ότι οι εργαζόμενοι που γεννήθηκαν την περίοδο 1957-1964 κατείχαν 11,3 θέσεις εργασίας κατά μέσον όρο όταν ήταν σε ηλικία 18-46 χρόνων. Οι μισές περίπου από αυτές τις θέσεις εργασίας ήταν περιστασιακές σε ηλικία 18-24.

Πάντως, όποιο και να είναι το ακριβές νούμερο, η ουσία είναι μία. Η τεχνολογία απαξιώνει ταχύτατα τις δεξιότητες των εργαζομένων, είτε επειδή αντικαθιστά πολλές λειτουργίες από μηχανές είτε επειδή μεταφέρει ολόκληρους κλάδους παραγωγής σε χώρες χαμηλού κόστους. Και αυτό δεν είναι καν το χειρότερο. Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία είναι επιταχυνόμενη. Σήμερα μια εταιρεία υψηλής τεχνολογίας ξέρει ότι ένα πρωτοπόρο προϊόν της έχει πλεονέκτημα στην αγορά μόνο 18 μήνες. Κατόπιν κάποιος ανταγωνιστής της θα το υπερκεράσει· η Nokia το έμαθε αυτό με τον σκληρό τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες, τα στελέχη και οι εργαζόμενοί τους πρέπει διαρκώς να «επαναστατικοποιούν» την παραγωγή, αλλά και οι καταναλωτές να προσαρμόζονται διαρκώς. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποιος μπορεί να διαβάσει ένα βιβλίο που τυπώθηκε πριν από τριακόσια χρόνια, αλλά αδυνατεί να διαβάσει ηλεκτρονικά βιβλία με ένα πρόγραμμα περιήγησης (Browser) που βγήκε στην αγορά πριν π.χ. από πέντε χρόνια. Μη μιλήσουμε για τα ηλεκτρονικά βιβλία σε δισκέτες, CD-ROM κ.λπ., που πλέον είναι... αρχαία.

Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση σε αυτή τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη –και τη συνακόλουθη απαξίωση δεξιοτήτων– είναι η ευασφάλεια (flexisecurity), που αναπτύχθηκε κυρίως στον σκανδιναβικό Βορρά. Αυτό απαλύνει τις κοινωνικές εντάσεις, αλλά δεν απαντά το ερώτημα «πόση δημιουργική καταστροφή δεξιοτήτων μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;». Αν σήμερα πρέπει να αλλάζει καριέρα 5-7 φορές στη ζωή του, σε πενήντα χρόνια (και με δεδομένη την επιτάχυνση των πάντων) θα πρέπει να αποκτά νέες δεξιότητες ανά έτος ή έξι μήνες; Είναι δυνατόν αυτό, εάν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ο όγκος γνώσεων αυξάνεται εκθετικά μέρα με τη μέρα; Ενας άνθρωπος του 19ου αιώνα είχε απείρως λιγότερη γνώση να αφομοιώσει για να γίνει «συμβολικός αναλυτής», όπως ομαδοποίησε τα επαγγέλματα του μηχανικού, δικηγόρου, επιστήμονα, καθηγητή, στελέχους επιχειρήσεων κ.λπ. στο βιβλίο του «The Work of Nations» ο καθηγητής του Χάρβαρντ Ρόμπερτ Ράιχ. Η παραγωγή των πάντων επιταχύνεται. Οχι μόνο των υλικών προϊόντων, αλλά και των υπηρεσιών.

«Βιοαπορρύθμιση»

Είναι λοιπόν η ικανότητα των ανθρώπων να απορροφούν τις αλλαγές, ένα από τα «φυσικά όρια» της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως τα όρισε στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» του (Grundrisse) ο Καρλ Μαρξ. Υπάρχει η «βιοαπορρύθμιση», που περιγράφει η Τερέζα Μπρέναν; Η Αμερικανή καθηγήτρια ονομάτισε «βιοαπορρύθμιση» τις βίαιες αντιφάσεις ανάμεσα στη χρονική λειτουργία των αγορών και στους εγγενείς φυσικούς περιορισμούς των ανθρώπων που υποχρεώνονται να συμμορφώνονται σε αυτές τις απαιτήσεις.

Ο καθηγητής του Κολούμπια Τζόναθαν Κρέιρι φοβάται πως η «βιοαπορρύθμιση» ήδη συμβαίνει: «Καθώς εδώ και αρκετά χρόνια οι αγορές λειτουργούν 24/7 (24 ώρες την ημέρα, 7 μέρες την βδομάδα) και έχουν δημιουργηθεί παγκόσμιες υποδομές για συνεχή εργασία και κατανάλωση, δημιουργείται πλέον ένα ανθρώπινο υποκείμενο που θα είναι σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό εναρμονισμένο μαζί τους». Αν και υπερβολικός στο βιβλίο του «24/7. Ο ύστερος καπιταλισμός και το τέλος του ύπνου» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη) και ολίγον φαφλατάς όταν γράφει ότι «ο ύπνος είναι μια ασυμβίβαστη διακοπή της κλοπής του χρόνου μας από τον καπιταλισμό», αγγίζει (έστω πολύ λυρικά) ένα τεράστιο ζήτημα. Επειδή στο «παγκόσμιο χωριό» κάθε στιγμή κάπου είναι μέρα, δηλαδή κάπου υπάρχει δραστηριότητα, σε έναν πλήρως διασυνδεδεμένο κόσμο σε κάθε γωνιά της Γης θα υπάρχει διαρκώς δραστηριότητα. Μέρα και νύχτα γίνονται ένα για επιχειρήσεις και συνακόλουθα για τους εργαζομένους.

Η επιτάχυνση την οποία ζει ο κόσμος, ο φόρτος των νέων γνώσεων και ευκαιριών, φορτώνεται στην παγκοσμιοποίηση. Γράφαμε όμως και παλιότερα («Eνας επίπεδος κόσμος», ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6.10.2007) ότι «η τεχνολογία δημιουργεί τις ευκαιρίες παγκοσμιοποίησης και κάποιοι σπεύδουν να τις καλύψουν. Αυτό ισχύει για όλους: από τις τράπεζες μέχρι τους οικονομικούς μετανάστες. Τα δίκτυα υπολογιστών δεν σχεδιάστηκαν για να μεταφέρουν θέσεις εργασίας σε μακρινές χώρες όπως η Ινδία. Η ύπαρξή τους, όμως, δημιουργεί την ευκαιρία να το κάνουν οι επιχειρήσεις. Δεν είναι λοιπόν η παγκοσμιοποίηση που έφτιαξε τα δίκτυα. Είναι τα δίκτυα που φτιάχνουν την παγκοσμιοποίηση. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική μετανάστευση. Οσο η τεχνολογία μειώνει το κόστος μεταφοράς ανθρώπων, τόσο δημιουργούνται ευκαιρίες μετανάστευσης. Παλιότερα χρειαζόταν μια περιουσία για να έρθει κάποιος από το Πακιστάν. Σήμερα αρκούν μερικές χιλιάδες δολάρια, συμπεριλαμβανομένου του κόστους ρίσκου που αναλαμβάνουν οι “δουλέμποροι”. Η διαρκώς βελτιούμενη σχέση κόστους - οφέλους λειτουργεί υπέρ της οικονομικής μετανάστευσης».

Αυτή όμως η διαρκής επιτάχυνση των πάντων μπορεί να συναντήσει «κοινωνικούς φραγμούς»· πριν καν προλάβει να συναντήσει τους «φυσικούς φραγμούς». Η οπισθοχώρηση σε εθνικισμούς και άλλου τέτοιου τύπου αντιδράσεις μπορεί να οφείλεται σε έναν κόσμο που στροβιλίζεται όλο και πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα τα άτομα να στρέφονται στην πλασματική ασφάλεια ενός παρελθόντος που δεν μπορεί ποτέ να αναστηθεί.

πηγή: kathimerini.gr

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Η ομιλία μου κατά την πρώτη ημέρα της συνεδρίασης της Εθνικής Οργανωτικής Επιτροπή Συνεδρίου της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης, (Ανασύσταση από τις σημειώσεις)

Άκουσα πολλά να λέγονται για την «ώρα ΠΑΣΟΚ». Από ότι κατάλαβα αυτή δεν πρέπει να διαφέρει πολύ από την «ώρα της Αριστεράς», μάλλον πρέπει να βρίσκονται στον ίδιο μεσημβρινό.

Γιατί βρίσκομαι εδώ; Βρίσκομαι εδώ γιατί βλέπω τη Δημοκρατική Παράταξη σαν τη πιο αξιόπιστη -ρεαλιστική λύση, με σαφή κυβερνητική προοπτική. Μια λύση που λειτουργεί σαν απάντηση στο δεξιό συντηρητισμό της Νέας Δημοκρατίας, στην αφερεγγυότητα – επιπολαιότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Κυρίως όμως δίνει μια δημοκρατική διέξοδο στο μεγάλο κοινωνικό κίνδυνο της Χρυσής Αυγής.

Άκουσα με προσοχή όλες τις ομιλίες της συνδιάσκεψης. Οι περισσότερες από αυτές ήταν ομιλίες συνεδρίου, και οι περισσότερες από αυτές τις τελευταίες ήταν ομιλίες συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ.

Τι εννοούμε όταν λέμε ευρύτερη Δημοκρατική Παράταξη; Πως τη βλέπουμε στο μέλλον; Πως τη βλέπουμε να υλοποιείται στο Συνέδριο; Υπάρχουν εκτιμήσεις; Πρέπει να μπουν σαφείς και μετρήσιμοι στόχοι από την οργανωτική επιτροπή. Έτσι θα μπορούμε να πούμε στο τέλος αν πέτυχε η προσπάθειά μας και να μετρήσουμε το κατά πόσο.

Ποια η σχέση μας με τους άλλους σχηματισμούς που έχουν δημιουργηθεί; Αντιλαμβανόμαστε πως έχει σχηματοποιηθεί πλέον, μετά τη δημιουργία τους, η πολιτική κατάσταση σε αυτό που λέμε «Κεντροαριστερά» ;

Υπάρχουν πλέον:
  • Το Ποτάμι, το οποίο μάλλον καταλαμβάνει έναν πιο φιλελεύθερο οικονομικά χώρο
  • Οι «Μεταρρυθμιστές» του Λυκούδη, οι οποίοι κινούνται σε ένα πιο ανανεωτικό αριστερό χώρο, πάνω σε μια κάπως συναισθηματική ιστορική βάση, θα έλεγα.

Εδώ έρχεται να πάρει θέση στο πολιτικό «κεντροαριστερό» σκηνικό και η Δημοκρατική Παράταξη, η οποία αναλαμβάνει μάλλον ένα «μετα-ΠΑΣΟΚ ρόλο», στο βαθμό που θα παγιοποιηθεί πλέον αυτός ο διαχωρισμός.

Εφ΄ όσον αντικειμενικά οι παραπάνω δεν ενταχθούν στη Δημοκρατική Παράταξη που θέλουμε να οικοδομήσουμε, μήπως θα έπρεπε να σκεφτόμαστε ένα συνασπισμό μεσοβραχυπρόθεσμης καταρχήν κυβερνητικής πνοής, ώστε να σχηματιστεί η αναγκαία πλειοψηφία για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων που χρειάζεται η χώρα μας; 

Για τα παραπάνω θέματα μιλώ αναλυτικά στο blog μου, τον Αριστερό Χρονογράφο. Εκεί μπορείτε να βρείτε περισσότερα καθώς οι απόψεις μου, ατυχώς, δε βρίσκουν δρόμο στα Ελαϊκά και παρα-Ελαϊκά κανάλια ενημέρωσης.

Ένα άλλο θέμα είναι η εικόνα μας: Βρισκόμαστε σε μια πράσινη συνεδρίαση, με πράσινα ντοσιέ, με πράσινα καρτελλάκια, κρεμασμένα στο λαιμό μας με πράσινα λουράκια. Πιθανώς (να τολμήσω να το πω;) σε μια αίθουσα πληρωμένη με πράσινα λεφτά, και δεν εννοώ τα δολλάρια.

Όσο και να προσπαθούν οι εισηγητές, και δεν αμφιβάλλω για την έκταση της ειλικρίνειάς τους, να πείσουν για το επιθυμητό εύρος της Δημοκρατικής Παράταξης, αν πάμε έτσι είναι χαμένη υπόθεση. Ας βάζαμε το κόκκινο του PES, βρε αδερφέ, τι φοβόμαστε μη μας πουν κομμουνιστές;

Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές, και να καταλάβουμε τι εικόνα χρειάζεται η Δημοκρατική Παράταξη για να ξεφύγει από το 8%, για την προσέλκυση νέου κόσμου.

Θα ήθελα να προτείνω η Δημοκρατική Παράταξη να έχει ξεχωριστή, αυτόνομη παρουσία, με ξεχωριστό γραφείο τύπου και spokeperson ένα νέο άνθρωπο, που θα σηματοδοτεί το νέο που θέλουμε να φέρουμε. Η Δημοκρατική παράταξη πρέπει να έχει επίσης και ιδιαίτερο επικοινωνιακό μηχανισμό ώστε να διαφοροποιεί την ταυτότητα από αυτήν την ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ.

Ευχαριστώ όσους μείνατε έως τώρα εδώ για να με ακούσετε